Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Ήταν λέει...

 Ήταν λέει, στον ύπνο του, στο εξωτερικό. Και εργαζόταν. Σε μια ηλικία απροσδιόριστη, όμως νεανική. Και ήταν κάποιοι καθισμένοι σε ένα πεζούλι, έξω από ένα σουπερμάρκετ και τον ρωτούσαν να τους πει, αν έχει δει και αν ξέρει πώς είναι το πρόσωπο ενός πολύ καλού, ενός άγιου ανθρώπου. Πώς είναι; Πόσο φωτεινό μπορεί να είναι; Και απαντά… όσο φωτεινό μπορεί να είναι σ’ ένα λειψό και συννεφιασμένο άνθρωπο… γιατί το φως πέφτει μέσα του αθόρυβα, σταγόνα σταγόνα και, ενώ είναι βράχος, ξαφνικά, χωρίς να ξέρει το πώς και το γιατί, τον περιλούζει και αναγνωρίζει ότι πάντα ήταν στο φως… και κλαίει…γιατί νόμιζε ότι άντεχε το σκοτάδι του σαν βράχος και ότι ήταν το σκοτάδι του το φως του.

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...