Η αρχαία διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία το κακό δεν είναι παρά η έλλειψη του καλού και, επομένως, αυτό καθεαυτό δεν υφίσταται, πρέπει να διορθωθεί και να ενσωματωθεί στην έννοια ότι το κακό δεν είναι τόσο η έλλειψη όσο η διαστροφή του καλού (με τον όρο, που ο Ιβάν Ίλιτς διατύπωσε εν είδει κωδικέλλου, corruptio optimi pessima, «η διαφθορά του άριστου είναι η χειρότερη»). Με αυτόν τον τρόπο, η οντολογική σύνδεση με το καλό παραμένει, αλλά απομένει σε εμάς να σκεφτούμε πώς και με ποια έννοια μπορεί το καλό να διαστραφεί και να διαφθαρεί. Αν το κακό είναι ένα διεστραμμένο καλό, αν σε αυτό αναγνωρίζουμε ακόμη μια αλλοιωμένη και διαστρεβλωμένη μορφή του καλού, πώς μπορούμε να το πολεμήσουμε όταν το βρίσκουμε μπροστά μας σήμερα σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής;
Η διαφθορά του καλού ήταν γνώριμη στη κλασική σκέψη μέσω της πολιτικής διδασκαλίας, σύμφωνα με την οποία κάθε μία από τις τρεις ορθές μορφές διακυβέρνησης –η μοναρχία, η αριστοκρατία και η δημοκρατία (η διακυβέρνηση από έναν, από λίγους ή από πολλούς)– εκφυλιζόταν αναπόφευκτα σε τυραννία, ολιγαρχία και οχλοκρατία. Ο Αριστοτέλης (που θεωρεί την ίδια τη δημοκρατία ως εκφυλισμό της διακυβέρνησης των πολλών) χρησιμοποιεί τον όρο παρέκβασις, δηλαδή παρέκκλιση (από το παραβαίνω, μετακινούμαι στο πλάι, παρα-). Αν αναρωτηθούμε προς τα πού έχουν παρεκκλίνει αυτές οι μορφές, ανακαλύπτουμε ότι, τρόπον τινά, έχουν παρεκκλίνει προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Οι διεφθαρμένες μορφές συνταγματικής διακυβέρνησης μοιάζουν πράγματι με τις υγιείς, αλλά το καλό που ήταν όντως παρόν σε αυτές (το κοινό συμφέρον, το κοινόν), έχει στραφεί τώρα στο ατομικό και το ιδιωτικό (ίδιον). Το κακό, δηλαδή, είναι μια συγκεκριμένη χρήση του καλού, και η δυνατότητα αυτής της διεστραμμένης χρήσης είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το καλό, που με αυτόν τον τρόπο βγαίνει έξω από τον εαυτό του, μετακινείται, τρόπον τινά, παράμερα από τον ίδιο τον εαυτό του.
Με μια παρόμοια οπτική πρέπει να διαβάσουμε το θεώρημα corruptio optimi pessima, που ορίζει τη νεωτερικότητα. Η πράξη του Σαμαρείτη, που συνδράμει άμεσα τον πάσχοντα πλησίον, βγαίνει έξω από τον εαυτό της και μετατρέπεται σε οργάνωση νοσοκομείων και υπηρεσίες περίθαλψης, που, μολονότι στοχεύουν σε αυτό που θεωρείται ότι είναι καλό, καταλήγουν τελικά να μεταστρέφονται σε κάτι κακό. Το κακό που έχουμε ενώπιόν μας προκύπτει, δηλαδή, από την προσπάθεια να αναχθεί το καλό σε ένα αντικειμενικό κοινωνικό σύστημα. Η φιλοξενία, που ο καθένας μπορεί και οφείλει να προσφέρει στον πλησίον του, μεταλλάσσεται έτσι στη νοσοκομειοποίηση που διαχειρίζεται η κρατική γραφειοκρατία.
Το κακό είναι, δηλαδή, ένα είδος παρωδίας (και εδώ υπάρχει ένα παρα, μια εκτροπή στο πλάι) του καλού, μια υπερτροφική αντικειμενοποίηση που το απομακρύνει για πάντα από εμάς. Και δεν είναι ακριβώς μία τέτοια θανατηφόρα παρωδία που οι κάθε είδους προοδευτισμοί μάς επιβάλλουν παντού σήμερα ως τη μόνη δυνατή μορφή συνύπαρξης μεταξύ των ανθρώπων; Το «κράτος διοικητικής διακυβέρνησης» και το «κράτος ασφάλειας», όπως τα ονομάζουν οι πολιτικοί επιστήμονες, ισχυρίζονται ότι διευθύνουν και διαχειρίζονται το καλό, αφαιρώντας το από τα χέρια μας και αντικειμενοποιώντας το σε κάποια ξεχωριστή σφαίρα. Και η λεγόμενη τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι άραγε μια μετατόπιση του «αγαθού της διάνοιας» έξω από εμάς, σαν να μπορούσε, με ένα είδος υπερβολικού αβερροϊσμού, η σκέψη να υπάρχει χωρίς σχέση με κάποιο σκεπτόμενο υποκείμενο;
Απέναντι σε αυτές τις διαστροφές, χρειάζεται κάθε φορά να αναγνωρίζουμε το μικρό καλό που έχει υφαρπαγεί από τα χέρια μας για να το απελευθερώνουμε από τη φονική μηχανή στην οποία αιχμαλωτίζεται «για το καλό».
*Αναρτήθηκε την 21η Ιανουαρίου 2025 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).