Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2025

Τέσσερα


1. Ο Λόγος

Η αξία του λόγου δεν έγκειται στη λειτουργία της γλώσσας και της επικοινωνίας, αλλά στη φανέρωση του τρόπου της ύπαρξής μας, στο γεγονός ότι ο λόγος είναι φως και σαρκωμένη ύπαρξη και έμπρακτη αλήθεια ζωής. Λόγος είναι αυτό το «είπε και εγένετο»...που δημιουργεί και ταυτόχρονα φανερώνει τα πράγματα. Κοντολογίς αυτό το συγκλονιστικό και υπέρλαμπρο που είναι ο λόγος διαφέρει από ό,τι γνωρίζουμε ως επικοινωνιακή γλώσσα και  γραμματική, όπως το αναστημένο σώμα του Χριστού διαφέρει από ένα βιολογικό ή εκ νέου εμφυχωμένο σώμα. Διαφέρει τόσο όσο το νόημα από τις σημασίες των λέξεων. Μου αρκεί νομίζεις να μου λες καρέκλα και τραπέζι και να καταλαβαίνω καρέκλα και τραπέζι;

Φιλάνθρωπο το ατύχημα της Βαβέλ…που όλοι άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες και να μην κατανοούνται μεταξύ τους. Δεν κατανοούσαν ότι το μυστρί ήταν μυστρί και το τούβλο τούβλο. Και άφησαν τη δουλειά τους στη μέση. Και ημιτελής ο πύργος και χάσματα αναμεταξύ τους...και άκουγαν έκπληκτοι ο ένας του άλλου τη φωνή ένθεν και ένθεν…

Αλλά αλήθεια πες μου σε τι μας βοήθησε η κατανόηση των λέξεων, το να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη;

Φιλάνθρωπο, ναι, φιλάνθρωπο το χάος της Βαβέλ... άραγε θα επαναληφθεί κάτι παρόμοιο και σήμερα που μιλάμε όλοι ολοένα και περισσότερο την ίδια γλώσσα;

Ίσως είναι καιρός να ακούσουμε εκείνους που έχουν ξεχάσει ή αδυνατούν να μιλήσουν σωστά ή να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι λέει η γάτα όταν νιαουρίζει και το πουλάκι όταν κελαηδά.

 

«Κι εμείς είχαμε δουλειές», έλεγε, μια επιγραφή στο νεκροταφείο του Σχιστού, «αλλά τις αφήσαμε στη μέση». Ίσως είναι καιρός να αρχίσουμε να συμφιλιωνόμαστε με την ανάγκη να αφήνουμε της δουλειές μας και τις δουλείες μας στη μέση.

 

Κλείσε το φως αλλά μίλα μου. Τα λόγια χάνω. Τα λόγια σου χάνω. Αλλά σε ακούω. Σε νιώθω. Φως μου. 

 

2. Στιγμές καθημερινές

«Φως του νου η καθημερινότητα» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Η κάθε στιγμή είναι η ύστατη και η πρώτη. Ίσως η φράση του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου αναφορικά με την παρθενία της Παναγίας, τον τοκετό της και τον θάνατο του Χριστού «τρία μυστήρια κραυγής άτινα εν ησυχία επράχθη» να ισχύει για το απαρατήρητο θαύμα των καθημερινών στιγμών μας. Τώρα ναι μπορεί να γίνει η αρχή της δεύτερης ζωής, της αναγέννησής μας, τώρα το στήθος μας για μια στιγμή πλατύνεται με την ανάσα του απείρου, ενώ δένει μέσα μας ο καρπός της γνώσης ότι η ζωή είναι μόνο μία και μοναδική. Τώρα, ναι, στην επαναληπτικότητα της κάθε ημέρας, στα τετριμμένα και κοινά πράγματα, στις λέξεις και τις κουβέντες τις καθημερινές ωριμάζει το θαύμα. Το θαύμα που δεν είναι τερατώδες σημείο, τεχνική τελειότητα και παντοδυναμία, αλλά θνητή σάρκα και φτωχή πραγματικότητα. Που δεν είναι το αποτέλεσμα της αλληλουχίας μιας αλυσίδας γεγονότων... ούτε εύγλωττη, αλάνθαστη και χωρίς κενά επικοινωνία. Αλλά η φωτεινή και διήκουσα ασυνέχεια της κάθε στιγμής που με απορία και θαυμασμό και όρεξη ανερμήνευτη ζούμε. Και σπεύδουμε αμήχανα να μοιραστούμε. Ποιος διανοήθηκε ποτέ να πει ότι οι μηχανές θα αντικαταστήσουν τους ανθρώπους; 

 

3. «Καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. (Γεν. 2,16-17) 

Δεν μπορώ να εννοήσω την εντολή του Θεού στους πρωτόπλαστους ως εξωτερική απαγόρευση πράγματος επιθυμητού αλλά ως εσωτερικό κάλεσμα ελευθερίας να γεμίσουν από πληρωτικό νόημα ζωής και να χαρούν με όλα τα πράγματα. Ο καρπός του δέντρου του καλού και του κακού δεν μπορεί να ήταν αντικείμενο επιθυμίας ή όρεξης στην οποία ετίθετο εξωτερικός περιορισμός απαγόρευση (φρένο) από τον Θεό. Μπορούσαν να εντρυφούν σε όλα και να χαίρονται με όλα, σύμφωνα με τη φύση τους και τη θεία εντολή που ήταν χαραγμένη στις σάρκινες καρδιές τους, γνωρίζοντας ότι μπορούν να παρεκτραπούν και να θελήσουν –μολονότι τα είχαν όλα– να γίνουν μόνοι τους θεοί πάνω στη γη και να γνωρίσουν αλαζονικά τα πράγματα, όπως αυτοί πλέον θα όριζαν, παρά το γεγονός ότι έτσι θα κατρακυλούσαν στο θάνατο ποικιλοτρόπως. Μετά από τέτοια εσωτερική θανάσιμη αλλοίωση αυτοθεοποίησης και μόνο τότε είδε η Εύα ότι «ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι»...μέχρι τότε ούτε το είχε ανάγκη ούτε το επιθυμούσε...

 

4. Η γύμνια, η ελευθερία και η ντροπή στην αφήγηση της Γένεσης

Με βάση την αφήγηση της Γένεσης οι πρώτοι άνθρωποι ήταν γυμνοί όπως τα ζώα, αλλά όπως τα ζώα δεν αισχύνονταν για τη γύμνια τους. Ουσιαστικά δεν υπήρχε γύμνια, ένιωθαν αρμονικά με το σώμα τους, το σώμα της γυναίκας τους, τα ζώα και την κτίση. Ήταν και οι ίδιοι ζώα. Αλλά, σύμφωνα με τον ορθόδοξο θεολόγο Παναγιώτη Νέλλα, ήταν ζώα θεούμενα. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος αγαπούσε (ασκούνταν στην αγάπη), ήταν ελεύθερος (έκανε ό,τι έκανε με βαθιά θέληση, φλογερή όρεξη και χαρά) και ερωτευόταν με σαρκικό έρωτα τη γυναίκα του («τούτο ἐστὶν σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς μου καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου»...«Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»).

Αντιλαμβάνομαι την παραδείσια ελευθερία του ανθρώπου με την ετυμολογική σημασία της, συνδεόμενη με το ρήμα ελεύθω (έρχομαι σε κάποιον) και όχι με τη σημερινή έννοια της διανοητικής κρίσης ενός αμήχανου όντος που καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε πολλές επιλογές. Σε επίπεδο έρωτα η ελευθερία του ανθρώπου ήταν η θεληματική και φλογερή προσκόλληση στη γυναίκα του. Στη σχέση του μαζί της δεν υπήρχε τίποτα να τον χαλάσει (ακόμα και αν υπήρχαν πάνω της κάποιες ατέλειες: την αγαπούσε), τίποτα για να τη συγκρίνει με άλλες. Ήταν η απόλυτα ωραία γι' αυτόν γυναίκα του. Σε πιο καθολική διάσταση η ελευθερία του ήταν η φλογερή προσκόλλησή του στον Θεό, τους ανθρώπους και τα πράγματα σύμφωνα με τις εντολές της αγάπης (αν θελήσετε να γνωρίσετε τα πράγματα χωρίς τον τρόπο αυτό, δηλαδή εγωιστικά, μόνοι σας, θα διαρραγούν οι όμορφοι δεσμοί σας, θα διαρραγεί η αρμονία με όλους και όλα, θα γνωρίσετε τον θάνατο και τον πόνο τόσο στις σχέσεις σας όσο και βιολογικά).

Αφότου ο άνθρωπος παράκουσε και θέλησε να γνωρίσει αλαζονικά τα πράγματα αντί να λειτουργεί πλέον ελεύθερα (ελεύθω: έρχομαι προς εσένα), αρχίζει να λειτουργεί με την ντροπή (εντρέπομαι: στρέφομαι μέσα μου, κρύβομαι στον εαυτό μου) και αισθάνεται πλέον το σώμα του γυμνό και απροστάτευτο και νιώθει ότι και το σώμα των ζώων είναι επίσης γυμνό και αισχύνεται που είναι κι αυτός γυμνός σαν τα ζώα και αισχύνεται που είναι ζώο και δεν είναι Θεός, όπως θα ήθελε να έχει γίνει και θέλει να βρει τρόπο να προστατέψει ο ίδιος το σώμα του και να το ντύσει και είναι διασπασμένος και αποξενωμένος σε ένα κόσμο κατακερματισμένο, αντιμέτωπος με πλήθος εχθρών και έρμαιο ποικίλων επιθυμιών και ορέξεων, αμήχανος ενώπιον πολλών και αντιφατικών επιλογών. Νιώθει την ανάγκη να προστατευτεί από βλέμματα που τον βλέπουν ως αντικείμενο και όχι ως πρόσωπο.

Η άλλοτε θεσπέσια ώρα του δειλινού, που συνομιλούσε με τον Θεό, είναι η ώρα του απολογισμού αυτού του νέου δύσκολου τρόπου ζωής, κατά την οποία τα βήματα του Θεού, δεν τα αφουγκράζεται πλέον με την αθώα και πλέρια αλλοτινή χαρά, αλλά με φόβο και ενοχή και αποτροπιασμό.

 

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...