Αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως; Στην παράδοσή μας, στην πολιτική και κοινωνική μας ζωή, η έννοια της θέλησης, της βούλησης, της προαίρεσης κυριαρχεί. Με βάση αυτή κρινόμαστε· πάνω σ’ αυτή στήνονται τα δικαστήρια και αιτιολογούνται οι καταδικαστικές αποφάσεις. Πάνω σ’ αυτή θεμελιώνονται οι κάθε είδους παράδεισοί μας και οι κολάσεις μας.
Όλες τις πράξεις τείνουμε να τις σταθμίζουμε και να τις μετράμε με το ζύγι και το μέτρο του θεμιτού· κρίνουμε την κάθε πράξη βάσει του κατά πόσον πραγματικά τη θελήσαμε. Κι όμως, η ζωή και οι καθημερινές μας χειρονομίες άλλα μας δείχνουν, άλλα μας διδάσκουν – και άθελά τους διαψεύδουν την εμμονική πίστη μας στη σαφή θέλησή μας. Πώς είναι δυνατόν να μας κατατρύχει το κατά Παύλον άλλα θέλω και άλλα κάνω; Πώς είναι δυνατόν να λέμε ότι δεν κάνουμε αυτά που θέλουμε και θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να κάνουμε;
Τι είναι, τελικά, αυτή η θέληση, η ανθρώπινη βούληση και λογική προαίρεση, στην οποία στήνουμε τον πιο ιερό βωμό μας και το πιο αυστηρό δικαστήριό μας; Και γιατί θέλουμε αυτά που θέλουμε και πράττουμε αυτά που πράττουμε ή, ακόμα χειρότερα, γιατί να θέλουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να θέλουμε και να πράττουμε αυτά που δεν θα έπρεπε να πράττουμε; Τι παραλογισμός έχει στηθεί γύρω από την έννοια της βούλησης;
Όλη η ζωή είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που ξετυλίγεται λέξη τη λέξη, σελίδα τη σελίδα, χειρονομία τη χειρονομία — χωρίς σαφές νόημα και σκοπό, με έκπληξη και απορία. Ένα μυθιστόρημα που, όσο ζούμε, εξακολουθούμε να θέλουμε να το διαβάζουμε με όρεξη. Σε αυτό ακόμη και οι εγκληματίες είναι νήπια που αγνοούν τι κάνουν, γιατί το κάνουν και τι θέλουν να πουν με αυτό που κάνουν. Μέσα σε αυτό όλοι οι χαρακτήρες και οι επαναλαμβανόμενες πράξεις τους – ανερμήνευτες και ενίοτε φριχτές – είμαστε εμείς. Αλλά εξακολουθούμε να γυρνάμε τη σελίδα για να δούμε τι θα γίνει παρακάτω και προς τι όλα αυτά. Μέσα σε αυτό είμαστε όλοι αναλφάβητοι και παράξενα, απροσδιόριστα, και ανεπίγνωστα όμορφοι.