Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Απόσπασμα από το δοκίμιο «Σημειώσεις πάνω στη Λειτουργία» – της Κριστίνα Κάμπο

Η λειτουργία –όπως και η ποίηση– είναι ένα λαμπρό δώρο, μια λεπταίσθητη σπατάλη, πιο αναγκαία και από το χρήσιμο. Διέπεται από αρμονικές μορφές και ρυθμούς, που εμπνέονται από τη δημιουργία και την υπερβαίνουν μέσα στην έκσταση. Στην πραγματικότητα, η ποίηση είχε πάντοτε ως ιδανικό σημείο αναφοράς τη λειτουργία, και φαίνεται αναπόφευκτο πως, καθώς η ποίηση εκπίπτει από όραμα σε χρονικό, υφίσταται εξαιτίας αυτού πλήγμα και η λειτουργία. Το ιερό υπέφερε πάντοτε από την παρακμή του κόσμου.

Η χριστιανική λειτουργία έχει ίσως τη ρίζα της στο πολύτιμο δοχείο νάρδου που η Μαρία η Μαγδαληνή* έχυσε στο κεφάλι και στα πόδια του Λυτρωτή, στο σπίτι του Σίμωνα του Λεπρού, το βράδυ πριν από τον Μυστικό Δείπνο. Φαίνεται πως ο Διδάσκαλος ερωτεύτηκε εκείνη τη μαγευτική σπατάλη. Δεν την αντέταξε μόνο με μεγαλοθυμία στη διεστραμμένη φιλανθρωπία του Ιούδα, που, με τον πολύ χαρακτηριστικό τρόπο του, αξίωνε το αντίτιμό της για τους φτωχούς: «Πάντοτε θα έχετε τους φτωχούς, αλλά δεν θα έχετε πάντοτε εμένα» –φοβερός λόγος, που θέτει τον άνθρωπο σε επιφυλακή ενάντια στον κίνδυνο των ηθικολογικά αξιέπαινων περισπάσεων. Ο Θεός δεν είναι πάντοτε παρών και δεν μένει για πολύ· κι όταν είναι, δεν ανέχεται άλλη σκέψη, άλλη μέριμνα και σπουδή από τον ίδιο τον Εαυτό Του. Μάλιστα, ο Ίδιος επανέλαβε εκείνη τη χειρονομία το επόμενο βράδυ, όταν, περιζωσμένος και γονατιστός, έπλυνε με τα θεϊκά Του χέρια τα πόδια των δώδεκα Αποστόλων, με τον ίδιο τρόπο που η Μαγδαληνή, γλιστρώντας παράμερα ανάμεσα στην κλίνη και τον τοίχο, είχε πλύνει τα δικά Του. Ο Θεός, όπως παρατήρησε ένας στοχαστικός νους, ολόθυμα αντλεί έμπνευση από εκείνους που ο Ίδιος εμπνέει.

Και η ευωδία της νάρδου απλώθηκε σε όλη την οικία. Αυτή της Μαρίας της Μαγδαληνής εκχέει την ευωδία της σε όλη τη χριστιανική λειτουργία, περισσότερο και από εκείνη τη γλυκιά της Σουλαμίτιδας, για την οποία γίνεται πολύς λόγος στις Ώρες της Παναγίας, που είναι όλες διαποτισμένες με αρώματα και άνθη. Με τη νάρδο συγκρίνεται –όχι άδικα– το λιβάνι, που έχει τη δύναμη να διαλύει τον στενάχωρο ανασασμό και ανυψώνεται ενώπιον του Θεού από χέρι Αγγέλου. Το λιβάνι είναι ανέκφραστα μυστηριώδες. Είναι ταυτόχρονα προσευχή και κάτι πιο οξύ και διαπεραστικό από την προσευχή. Συνθέτει το άρωμα του έρωτα με εκείνο της παραίτησης, είναι απόδοση ευχαριστίας και φέρει, όπως η νάρδος, μια γλυκιά υπόμνηση θανάτου. «Αυτή με προετοιμάζει για την ταφή μου», είπε ο Σωτήρας με εκείνη τη φωνή που στο βάθος της κανείς δεν μπορούσε να διεισδύσει. Ούτε η Μαγδαληνή, φυσικά, είχε κατανοήσει. Αλλά όταν, τρεις μέρες αργότερα, ήλθε στον Τάφο με άλλα μύρα, αναζητώντας το σεπτό σώμα, εκείνο δεν βρισκόταν πια εκεί. Όπως πάντοτε, έτσι και τότε, δεν ήταν το χρήσιμο εκείνο που υπηρέτησε την αληθινή τελετή, αλλά το πλεονάζον· όχι η πράξη, αλλά η ιερή λειτουργία της πράξης. Η αληθινή βαλσάμωση του Σώματος του Κυρίου είχε ήδη συντελεστεί στο προσφερόμενο εκείνο δείπνο, και ήταν ταυτόχρονα η μόνη βασιλική και ιερατική χρίση που Εκείνος έλαβε ποτέ πάνω σ’ αυτή τη γη. Και ακόμη περισσότερο: ήταν η αρχή του ευχαριστηριακού μυστηρίου· γιατί το σώμα που εκείνη έτσι προετοίμαζε ήταν ήδη ο έτοιμος να προσφερθεί «άμωμος, αγιασμένος, αμόλυντος άρτος της θυσίας»· και η ανάγκη της να το αγγίξει, να το διαποτίσει με αρώματα και δάκρυα, να το σκουπίσει με τούφες των μαλλιών της, να ενωθεί μαζί του –ήταν μία προσέλευση στη θεία μετάληψη και κοινωνία. Ανεξάντλητη είναι η χειρονομία της Μαγδαληνής· και πράγματι, ο Χριστός διακήρυξε πως θα τη θυμούνται για πάντα. Αυτό που την καθιστά ανεξάντλητη είναι ακριβώς η δωρεά της: όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να αξιώσουν ούτε ένα δράμι από εκείνη τη νάρδο, όπως όλοι οι φτωχοί της γης δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν ούτε έναν κόκκο λιβάνι, καμένο ενώπιον του Θεού με καρδιά διάπυρη. Στον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, στο βυζαντινό τυπικό, ψάλλονται –απευθυνόμενα στον Ιούδα– τα εξής λόγια: «Αν είσαι φίλος των φτωχών και λυπήθηκες για την έκχυση ενός βαλσάμου για την παρηγοριά μιας ψυχής, πώς μπόρεσες να πουλήσεις το Φως αντί χρυσού;»

Η πολυπλοκότητα της χειρονομίας της Μαγδαληνής έγκειται σε κάτι που από λειτουργικό γίνεται μυστηριακό. Μπορεί όμως κανείς να θυμηθεί, πριν ακόμη από τη δική της χειρονομία, εκείνη –την όχι λιγότερο άφατη, έστω κι αν ήταν απλούστερη– των σοφότατων Μάγων· οι οποίοι, ξεκινώντας το ταξίδι τους προς αναζήτηση ενός ενδεούς νηπίου, δεν του πρόσφεραν ούτε γάλα ούτε σπάργανα, αλλά τα σύμβολα του τριπλού Του αξιώματος: του Προφήτη, του Ιερέα και του Βασιλιά. Δείχνοντας έτσι ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός, ακόμη κι όταν παρουσιάζεται σε εμάς τελείως φτωχός, δεν μας απαλλάσσει από τον συμβολικό εορτασμό της δόξας Του, όπως αυτή εικονίζεται μέσα στη λειτουργία. Και ότι αυτή, έστω και μέσα στην αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη τέλεσή της, παραμένει κατεξοχήν πράξη θεωρητική –μιας λεπτότητας και μιας σοβαρότητας που καθιστούν κάθε αυθαίρετη μεταβολή της όχι απλώς επικίνδυνη, αλλά θανάσιμη.

*Σημείωση: υιοθετείται εδώ η δυτική εκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο της Μαρίας της Μαγδαληνής ταυτίζεται με την ανώνυμη γυναίκα που άλειψε τον Χριστό με μύρο στην οικία του Σίμωνα του Λεπρού (βλ. Ματθ. 26,6–13 και Μάρκ. 14,3–9), καθώς και με τη Μαρία της Βηθανίας, την αδελφή του Λαζάρου (βλ. Ιω. 12,1–8).

[Από το βιβλίο της Κριστίνα Κάμπο με τίτλο «Κάτω από ψεύτικο όνομα», Adelphi, 1998]

Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...