Άκουσα ότι κάποιος, γνωρίζοντας εκ των προτέρων το θέμα που είχα επιλέξει, έδειξε κάποια αμηχανία: σαν να ήταν μια –θα λέγαμε– παράξενη επιλογή εκ μέρους μου. Αντίθετα, μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι κανένα θέμα σήμερα δεν ενδιαφέρει τους συγγραφείς τόσο άμεσα όσο αυτό.
Εκτός κι αν θέλουμε να συγχέουμε τους συγγραφείς με τους λογοτέχνες: για τους οποίους, όπως γνωρίζουμε, το μόνο σημαντικό θέμα είναι, και ήταν πάντα, η λογοτεχνία. Αλλά τότε πρέπει αμέσως να σας προειδοποιήσω ότι στο οικείο μου λεξιλόγιο, ο συγγραφέας (που σημαίνει πρώτα απ' όλα, μεταξύ άλλων, ποιητής), είναι το αντίθετο του λογοτέχνη. Για την ακρίβεια, ένας εύστοχος ορισμός του συγγραφέα, για μένα, θα ήταν μάλιστα και ο εξής: ένας άνθρωπος που έχει στην καρδιά του όλα όσα συμβαίνουν, εκτός από τη λογοτεχνία.
Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο σημαντικό γεγονός που συμβαίνει σήμερα, και που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει, είναι ότι εμείς, οι κάτοικοι των πολιτιτισμένων κρατών του 20ου αώνα, ζούμε στην ατομική εποχή.
Και είναι αλήθεια, κανείς δεν το αγνοεί: τόσο που το επίθετο «ατομικός» επαναλαμβάνεται σε κάθε περίσταση, ακόμα και σε ανέκδοτα και σε εικονογραφημένα περιοδικά ποικίλης ύλης. Όμως, απέναντι στην πλήρη και ουσιαστική σημασία του επιθέτου, οι άνθρωποι, όπως βλέπουμε ότι συμβαίνει, αμύνονται, ως επί το πλείστον, με μια (πάντως αμοιβαία συγχωρήσιμη) απώθηση. Και ακόμα και εκείνοι οι λίγοι που αναγνωρίζουν την πραγματική απειλή, την οποία σηματοδοτεί το συγκεκριμένο επίθετο, και στενοχωριούνται από αυτήν (και γι' αυτόν τον λόγο, ίσως, θεωρούνται από τους άλλους νευρωτικοί, αν όχι τρελοί), ανησυχούν περισσότερο για τις συνέπειες του φαινομένου παρά, θα λέγαμε, για τις καταβολές και τις βαθύτερες αιτίες του. (Μιλάω, φυσικά, για τους μη ειδήμονες, που υποθέτω ότι είναι οι περισσότεροι από εμάς τους παρόντες). Κοντολογίς, ελάχιστοι ρωτούν τη συνείδησή τους (ενώ ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το αληθινό «εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας»: στη συνείδηση όλων):
– Μα γιατί ένα μυστικό ουσιώδους σημασίας (ίσως το μυστικό της φύσης) που είχε γίνει αντιληπτό, από την αρχαιότητα ακόμα, σε διαφορετικούς τόπους και εποχές, από λαούς αναπτυγμένους και πρόθυμους για γνώση, εξακριβώθηκε και ανακαλύφθηκε στην υλική του υπόσταση, ειδικά στη σημερινή εποχή;» Δεν αρκεί να απαντήσουμε ότι στη μεγάλη περιπέτεια του νου, η επιστημονική αποπλάνηση έχει αντικαταστήσει τη φαντασιακή: μολονότι αυτός ο ισχυρισμός έχει τη μορφή μιας απάντησης, αποτελεί στην ουσία ακόμα ένα ερώτημα, που στην πραγματικότητα κάνει το πρόβλημα πιο βασανιστικό.
Αλλά κανείς δεν είναι δυνατόν να πειστεί ότι πρόκειται για σύμπτωση· ότι φτάσαμε δηλαδή σε αυτή τη θεμελιακή κρίση του ανθρώπινου κόσμου μόνο επειδή, σε κάποια δεδομένη στιγμή, που η ανθρώπινη νοημοσύνη, είχε πάρει, πάντοτε σε αναζήτηση νέων περιπετειών, ένα σκοτεινό μονοπάτι ανάμεσα σε άλλα σκοτεινά μονοπάτια, έτυχε οι μάγοι της - οι επιστήμονες, εντός του συγκεκριμένου διαστήματος, να ανακαλύψουν το μυστικό. Όχι: όλοι γνωρίζουν πλέον ότι στη συλλογική ιστορία (όπως και στην ατομική) ακόμα και φαινομενικά τυχαία περιστατικά είναι σχεδόν πάντα ασύνειδες βουλήσεις (που, αν θέλει κανείς, μπορούν να ονομαστούν και πεπρωμένο) και, ούτε λίγο ούτε πολύ, επιλογές. Η βόμβα μας αυτή είναι το άνθος, δηλαδή η φυσική έκφραση της σύγχρονης κοινωνίας μας, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα είναι η φυσική έκφραση της ελληνικής πόλης· το Κολοσσαίο, των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων· οι Μαντόνες του Ραφαήλ, του ιταλικού Ουμανισμού· οι γόνδολες, των βενετσιάνων ευγενών· η ταραντέλα, ορισμένων νότιων αγροτικών πληθυσμών· και τα στρατόπεδα εξόντωσης, της γραφειοκρατικής μικροαστικής κουλτούρας, που έχει ήδη μολυνθεί από την οργή της πυρηνικής αυτοκτονίας.
Προφανώς, δεν χρειάζεται να διασαφηνίσουμε ότι με τον όρο μικροαστική κουλτούρα εννοούμε την κουλτούρα των σημερινών κυρίαρχων τάξεων, που αντιπροσωπεύεται από την αστική τάξη (ή το αστικό πνεύμα) σε όλες τις βαθμίδες της. Εν κατακλείδι, με λίγες, και ήδη, πάντως, υπερβολικά χρησιμοποιημένες λέξεις, θα λέγαμε ότι η ανθρωπότητα δοκιμάζεται σήμερα από τον κρύφιο και μυστηριώδη πειρασμό να διαλυθεί.
Θα τολμούσαμε να υπαινιχθούμε ότι το πρώτο μικρόβιο αυτού του πειρασμού εμφανίστηκε μοιραία στη γέννηση του ανθρώπινου είδους και αναπτύχθηκε μαζί του. Και επομένως αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι παρά η αναπόφευκτη κρίση της ανάπτυξής του. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση το μόνο που θα πετυχαίναμε θα ήταν να διατυπώσουμε για μια ακόμα φορά την υπόθεση αυτή. Είναι επίσης γνωστή και ήδη διαδεδομένη η συνύπαρξη στην ανθρώπινη ψυχολογία του ενστίκτου της ζωής (Έρως) και του ενστίκτου του θανάτου (Θάνατος). Μάλιστα, αναφορικά με το τελευταίο, θα μπορούσε κανείς σε θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο, δηλαδή χωρίς αυθαίρετη κρίση, να διαβάσει τις Άγιες Γραφές όλων των θρησκειών υιοθετώντας την ερμηνεία ότι όλες, και όχι μόνο η Ινδική, διδάσκουν τον οριστικό αφανισμό ως το μόνο δυνατό τρόπο ευδαιμονίας. Και πράγματι κάποιοι ψυχολόγοι μιλούν για το ένστικτο της Νιρβάνα στον άνθρωπο. Ωστόσο, ενώ η Νιρβάνα, που υπόσχονται οι θρησκείες, κερδίζεται μέσω της περισυλλογής, της αυταπάρνησης, της ευσπλαχνίας και της συμπόνιας για όλον τον κόσμο και, με άλλα λόγια, μέσω της ενοποίησης της συνείδησης, στο κακοήθες μικροαστικό υποκατάστατό της Νιρβάνα, που επινοήθηκε για τους συγχρόνους μας, φθάνει ακριβώς κανείς μέσω της διάσπασης της συνείδησης, με την οργανωμένη αδικία και παράνοια, με ξεπεσμένους μύθους, με σπασμωδική και θηριώδη πλήξη και με τόσους άλλους τρόπους· και τελευταία, με τις περίφημες βόμβες, αυτές τις φάλαινες-όρκες που κείτονται στις καλύτερα προστατευμένες γειτονιές της Αμερικής, της Ασίας και της Ευρώπης: φρουρούνται, φυλάσσονται και διατηρούνται αργόσχολες σαν να ήταν χαρέμι: από τους απολυταρχικούς, από τους δημοκράτες και γενικά από όλους: αυτός ο ατομικός παγκόσμιος θησαυρός μας, δεν είναι η δυνητική αιτία της διάσπασης, αλλά η αναπόφευκτη εκδήλωση της καταστροφής, που διενεργείται ήδη στη συνείδησή μας.
Τώρα βέβαια δεν θέλω να σας επιβαρύνω με μια εκατομμυριοστή περιγραφή των μαρτυριών της καταστροφής –που έχουν γίνει αντικείμενο καθημερινού κοινωνικού θεάματος– η οποία συνεχώς καταμαρτυρείται και καταγράφεται σε δοκίμια, συνέδρια και πραγματείες. Και επιπλέον είναι τόσο εξώφθαλμη και κραυγαλέα και συνάμα αποτρόπαιη, που ακόμη και τα πλησίον μας φτωχά ζώα (σκύλοι, γάτες, για να μην πω τα πολύ δυστυχισμένα κοτόπουλα) αισθάνονται τις οδύνες του μαρτυρίου. Όχι, θα σας απαλλάξω από αυτό το διαβόητο σκηνικό: πολλώ μάλλον γιατί έχω ήδη τύψεις που ήρθα εδώ για να σας διασκεδάσω με ένα τόσο ζοφερό θέμα αντί με ένα όμορφο παραμύθι (αφού ορισμένοι «φανατικοί» αναγνώστες μου προσπαθούν να παρουσιάσουν τα βιβλία μου ως ένα είδος παραμυθιών!!!).
Και ακόμα περισσότερο δεν αναλαμβάνω τώρα να κάνω προπαγανδιστικό κήρυγμα εναντίον της βόμβας (άλλωστε με κάποιους προπαγανδιστές αυτού του τύπου έχω ανοικτές πολεμικές σε ορισμένα θέματα). Όχι, η φτωχή, ποιος θα μου έδινε τόση αξία και τόσο «αέρα»; Είμαι κι εγώ, άλλωστε, πολίτης του σύγχρονου κόσμου και, ως εκ τούτου, ίσως υπόκειμαι και η ίδια στον μέγιστο παγκόσμιο πειρασμό. Και επομένως, μέχρι να νιώσω ότι είμαι εντελώς απρόσβλητη από αυτόν, καλύτερα να μην καυχηθώ τόσο πολύ.
Ωστόσο, ταυτόχρονα, χάρη στην τύχη, έχω την τιμή να ανήκω στο είδος των συγγραφέων. Από τότε που, θα έλεγε κανείς, άρχισα να μιλάω, παθιάστηκα απελπισμένα με αυτή την τέχνη ή μάλλον με την τέχνη γενικότερα. Και ελπίζω να μην είμαι πολύ αλαζονική αν πιστεύω ότι έχω μάθει, μέσω της μακράς εμπειρίας και εργασίας μου, τουλάχιστον ένα πράγμα: έναν προφανή, στοιχειώδη ορισμό της τέχνης ή της ποίησης, που για μένα θα πρέπει να νοούνται ως συνώνυμα.Ι δού: η τέχνη είναι το αντίθετο της διάσπασης και της αποσύνθεσης. Και γιατί; Μα απλώς επειδή ο ίδιος ο λόγος της τέχνης, η αιτιολόγησή της, ο μόνος σκοπός παρουσίας και επιβίωσής της, ή, αν προτιμάτε, η λειτουργία της, είναι ακριβώς αυτός: να αποτρέψει τη διάσπαση και εξάρθρωση της ανθρώπινης συνείδησης, κατά την καθημερινή, εξουθενωτική και αλλοτριωτική τριβή της με τον κόσμο· να της αποκαθιστά διαρκώς, κατά την εξωπραγματική, αποσπασματική και φθοροποιό σύγχυση των εξωτερικών σχέσεων, την ακεραιότητα του πραγματικού, ή με μια λέξη, την πραγματικότητα (αλλά προσέξτε τους απατεώνες, που παρουσιάζουν, με το εμπορικό σήμα της ίδιας λέξης, δηλαδή της λέξης «πραγματικότητα», τεχνητές και παροδικές παραποιήσεις. Η πραγματικότητα όμως είναι διαρκώς ζωντανή, φωτεινή και επίκαιρη, έξω από την εμπορική εκδοχή της. Δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί ή να καταστραφεί και δεν εκπίπτει. Μέσα σε αυτήν, ακόμα και το συμβάν του θανάτου είναι απλώς μια άλλη κίνηση της ζωής. Η πραγματικότητα είναι ακέραιη, είναι η ίδια η ακεραιότητα: στην πολύπλευρη και μεταβαλλόμενη, ανεξάντλητη κίνησή της - που κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να πάψει να την εξερευνά - η πραγματικότητα είναι μία, πάντοτε μία).
Άρα, αν η τέχνη είναι ένα πορτρέτο της πραγματικότητας, το να ονομάζουμε τέχνη κάποιο είδος ή προϊόν διάσπασης, θα ήταν τουλάχιστον αντίφαση ως προς τον ίδιο τον όρο της τέχνης. Φυσικά, ο όρος αυτός δεν κατοχυρώνεται από το νόμο, ούτε είναι ιερός και απαραβίαστος. Ο καθένας είναι ελεύθερος να επιγράψει τον τίτλο της τέχνης όπου επιθυμεί. Αλλά κι εγώ δικαιούμαι, όποτε νομίζω ότι πρέπει, να αποκαλώ αυτόν τουλάχιστον τρελό. Πόσο δίκιο θα είχα, αν αποκαλούσα τρελό –ας δώσουμε ένα υποθετικό παράδειγμα– έναν κύριο που επέμενε να μου προσφέρει ένα γάντζο κρεμασμένο από το ταβάνι, ονομάζοντάς τον καρέκλα.
Tότε, όμως, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: αφού η τέχνη δεν έχει κανένα λόγο και σκοπό εκτός από την ακεραιότητα, τι ρόλο θα μπορούσε να αναλάβει μέσα στο σύστημα της διάσπασης και αποσύνθεσης; Κανένα. Κι αν ο κόσμος, με την τεράστια μάζα του, έτρεχε προς τη διάλυση και καταστροφή του, σαν να έτρεχε προς το υπέρτατο καλό του, τι θα απέμενε σε ένα καλλιτέχνη να πράξει; [Αλλά από τώρα και στο εξής, αν μου επιτρέπετε, θα έχω, ως ιδιαίτερο σημείο αναφοράς μου για κάθε καλλιτέχνη γενικά, τον συγγραφέα, ο οποίος, αν είναι όντως καλλιτέχνης, τείνει προς την ακεραιότητα (την πραγματικότητα) ως τη μόνη λυτρωτική, εορταστική συνθήκη της συνείδησής του.] Δεν θα του απέμενε άλλο από το να επιλέξει:
– ή να πείσει τον εαυτό του ότι είναι αυτός ο ίδιος που κάνει λάθος και έχει άδικο και ότι αυτό το απόλυτο ιδεώδες της πραγματικότητας, η μυστική και μοναδική ακεραιότητα των πραγμάτων (η τέχνη), δεν ήταν παρά ένα φάντασμα που παρήγαγε η ίδια του η φύση –ένα τέχνασμα του Έρωτα, ας πούμε, για να διαρκέσει η απάτη. Σε αυτή την περίπτωση, θα νιώσει ότι πλήττεται ανεπανόρθωτα και θα πάψει η λειτουργία της συγγραφής, η οποία θα του φανεί ότι είναι βασικά κάτι χειρότερο από μάταιη και αηδιαστική, σαν το παραλήρημα ενός τοξικομανή. Και κατά συνέπεια, θα σταματήσει να γράφει
– ή, αντίθετα, να πείσει τον εαυτό του ότι το λάθος δεν είναι δικό του. Ότι όχι ο ίδιος, αλλά οι σύγχρονοί του, στην τεράστια μάζα τους, βρίσκονται στην παρανόηση και το λάθος. 'Οτι δεν είναι, ας το θέσουμε έτσι, ο «Έρως», αλλά ο «Θανάτος», αντίθετα, ο απατεώνας, που κατασκευάζει τα τερατώδη οράματά του για να τρομοκρατήσει τις συνειδήσεις και να τις εξαπατήσει, αποξενώνοντάς τες από την απλή και φυσική τους μακαριότητα και εκτρέποντάς τες από την αληθινή εξήγηση των πραγμάτων. Έτσι που, θύματα του πρωτόγονου φόβου της ύπαρξης, δραπετεύοντας από τον ίδιο τον εαυτό τους και επομένως από την πραγματικότητα, όπως κάποιος που καταφεύγει στα ναρκωτικά, συνηθίζουν στη μη πραγματικότητα, που είναι η πιο θλιβερή υποβάθμιση –είναι τέτοια μάλιστα η υποβάθμιση αυτή σήμερα που ποτέ, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, οι άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει όμοια. Και αποξενώνονται από την πραγματικότητα με την πιο απόλυτη και αποφασιστική σημασία της λέξης, γιατί μέσα από τη μη πραγματικότητα δεν φθάνει κανείς στη Νιρβάνα των σοφών, αλλά ακριβώς στο αντίθετο της, το Χάος, που είναι η έσχατη παλινδρόμηση.
Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, λοιπόν, αν δηλαδή αναγνωρίσει την παραληρηματική νόσο όχι στον εαυτό του, αλλά στη συλλογικότητα, ο συγγραφέας θα βρεθεί και πάλι σε ένα τελικό δίλημμα:
– ή θα εκτιμήσει ότι η γενική καταστροφή είναι πλέον πολύ προχωρημένη και ακατάσχετη και ο ίδιος σε κάθε περίπτωση ανίκανος να αντέξει τη δοκιμασία, γιατί ίσως ήδη νιώθει τα πρώτα σημάδια της μόλυνσης μέσα του. Και τότε θα ήταν ευκταίο να σωθεί, να φύγει, ίσως σε ένα δάσος, όπου προτιμά, σε ένα νησί του ωκεανού, στην έρημο των στυλιτών για να γίνει στυλίτης... Γιατί (παρά τους ρήτορες, τους αυλικούς και τους αποστόλους της διάσπασης) είναι γεγονός ότι τόσο για τη συνοχή και την υγεία όσο και για την οικονομία, και ουσιαστικά για τη ζωή του σύμπαντος, θα είναι πάντοτε προτιμότερο ένα πραγματικό πρόσωπο (ακόμα κι αν αυτό ήταν «ο μοναδικός επιζών) στην κορυφή ενός στύλου, αντί για ένα υπεράριθμο αντικείμενο μαυρισμένο, τηλεοπτικό και λουστραρισμένο για τη διαφήμιση της ατομικής βόμβας. Μάλιστα, σύμφωνα με μια ενορατική ανάγνωση και ερμηνεία της λογικής που διέπει τα γεγονότα, όσο αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος αντιστέκεται γράφοντας ποιήματα πάνω σε έναν στύλο, η ατομική βόμβα θα είναι δύσκολο να εκραγεί
– ή τέλος (η τελευταία είναι και πιο αισιόδοξη υπόθεση) : θα επανεύρει κάποια πίστη στην κοινή απελευθέρωση, μαζί με τη βεβαιότητα ότι είναι ακόμα ασφαλής από την καταστροφή και ικανός να της αντισταθεί. Και σε αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία, η λειτουργία του ως συγγραφέα θα αποδειχθεί, με όλους τους δυνατούς τρόπους, όχι μόνο κοινωνικά χρήσιμη, αλλά πιο ωφέλιμη από ποτέ στην ιστορία. Πράγματι, δεδομένης της μιαρής εισβολής της μη πραγματικότητας, η τέχνη, που έρχεται να αποκαταστήσει την πραγματικότητα, μπορεί να αντιπροσωπεύει σχεδόν τη μοναδική ελπίδα στον κόσμο. Μέσα σε ένα πλήθος που υπόκειται σε εξαπάτηση, η παρουσία ακόμα και ενός μόνο ατόμου, που δεν αφήνεται να εξαπατηθεί, μπορεί ήδη να παρέχει ένα πρώτο σημείο πλεονεκτήματος, μια πρώτη ελπιδοφόρα ένδειξη νίκης. Αν αυτό το άτομο, ωστόσο, είναι συγγραφέας (εννοώ ποιητής), το σημείο πολλαπλασιάζεται επί χίλια και επί εκατό χιλιάδες. Γιατί έστω και χωρίς να το καταλαβαίνει, απλά και μόνο από το ένστικτό του, ο ποιητής προορίζεται να ξεσκεπάζει τις απάτες. Και ένα ποίημα, μόλις ξεκινήσει, δεν σταματά ποτέ· αλλά τρέχει και πολλαπλασιάζεται, φτάνοντας παντού, σε μέρη που ο ίδιος ο ποιητής δεν θα το περίμενε.
Φυσικά, η φτωχή η ποίηση, θα πρέπει να μοχθήσει για να αξιωθεί να τύχει προσοχής μέσα στις μακάβριες αγορές της εδώ κάτω - στον τόπο μας - αποκαλούμενης αλλοτρίωσης, στη μανιασμένη βουή της δημόσιας κυκλοφορίας και των εμπορικών συναλλαγών, που είναι ιεροποιημένη μέσα στην πλήξη των δύστυχων αλλοτριωμένων. Μεταξύ τόσων πολλών και μάλιστα των σκληρότερων προσπαθειών αντίστασης, η πιο εξουθενωτική είναι η αντίσταση απέναντι στον θόρυβο της πλήξης. Και μερικές φορές ο συγγραφέας θα θελήσει να τους αφήσει όλους στην κόλασή τους, με τα περιοδικά τους, τους τραγουδοποιούς τους και το κύκλοτρό τους· και να επιβιβαστεί οριστικά σαν τον Ρεμπώ, ή ίσως να πάει και να μείνει στην έρημο των στυλιτών, κοντά στους στυλίτες συντρόφους του. Όμως, τελικά, είτε δεν θα το κάνει είτε μετά από κάθε φυγή, θα επιστρέφει: γιατί από τη φύση του έχει ανάγκη τους άλλους, κυρίως τους διαφορετικούς από αυτόν. Χωρίς τους άλλους είναι ένας αξιοθρήνητος και δύσμοιρος άνθρωπος.
Και έτσι, θα παραμείνει στο πεδίο της μάχης: εκεί που επεκτείνεται τώρα το επιθετικό καθεστώς της διάσπασης, δηλαδή της μη πραγματικότητας. Δεν θα παραμείνει εκεί όμως, προφανώς, ως όργανο ή υπήκοος του καθεστώτος (αν προσαρμοστεί σε αυτό θα χαθεί). Και ούτε ως απλός ξένος ή μάρτυρας που καταθέτει εναντίον του συγκεκριμένου συστήματος: αφού η τέχνη, εξ ορισμού της, δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταγγελία: θέλει κάτι άλλο. Αν ο συγγραφέας προορίζεται να είναι ανταγωνιστής της διάσπασης, αυτό το κατορθώνει –όπως είδαμε– διότι μαρτυρεί για το αντίθετό της. Αν έχει συμμετάσχει, ως άνθρωπος, στην αγωνιώδη περιπέτεια των συγχρόνων του και συμμεριστεί τον κίνδυνο και αναγνωρίσει τον φόβο τους (φόβο θανάτου), από μόνος του, ως συγγραφέας, θα πρέπει να ατενίσει κατάματα, τρόπον τινά, τα παράλογα τέρατα (τα εξευγενισμένα ή τρομαχτικά και απαίσια) που γεννά αυτός ο τυφλός φόβος· και να αποκαλύψει τη μη πραγματικότητά τους, με την αντιπαραβολή της πραγματικότητας, για την οποία ήρθε να μαρτυρήσει.
Όχι περισσότερο από πέντε ή έξι χρόνια πριν (αλλά αν κοιτάξω τον εαυτό μου από τη σημερινή απόσταση, αν και δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, τον βλέπω πολύ νέο και πολύ αισιόδοξο) έγραψα ένα δοκίμιο για το μυθιστόρημα, στο οποίο, μεταξύ άλλων, έλεγα, με διαφορετικά λόγια, περίπου το ίδιο που είπα σήμερα εδώ. Και συγκεκριμένα, συνέκρινα τη λειτουργία του μυθιστοριογράφου - ποιητή με αυτή του ηλιακού πρωταγωνιστή, που στους μύθους αντιμετωπίζει τον νυχτερινό δράκο για να ελευθερώσει την τρομοκρατημένη πόλη. Ακόμα κι αν είμαι λιγότερο αισιόδοξη από τότε, προτείνω ξανά την ίδια εικόνα. Αλλά αν κάποιος προτιμά μία άλλη, λιγότερο επική και πιο οικεία, θα προσθέσουμε αυτήν του Τζεπέτο, όταν δείχνει στον Πινόκιο (που ήδη έχει προσλάβει την τελική του μορφή, τη μορφή δηλαδή ενός αληθινού ανθρώπινου προσώπου) τα λείψανα της μαριονέτας, θλιβερά αναποδογυρισμένα στην καρέκλα· και την επόμενη στιγμή βάζει έναν καθρέφτη μπροστά του λέγοντάς του: «Ιδού, αντίθετα, αυτό που είσαι».
Μην με παρεξηγήσετε τώρα, σας παρακαλώ, (θα μπορούσε να συμβεί κι αυτό!) συμπεραίνοντας (ή ισχυριζόμενοι ότι συμπεραίνετε) από τα λόγια μου πως ο καθρέφτης της τέχνης πρέπει να είναι ένας αισιόδοξος καθρέφτης. Πράγματι, η μεγάλη τέχνη, στο βάθος της, είναι πάντα απαισιόδοξη, γιατί η πραγματική ουσία της ζωής είναι τραγική. Η μεγάλη τέχνη είναι ουσιαστικά τραγική, ακόμα και όταν είναι κωμική (σκεφτείτε τον Δον Κιχώτη, το πιο όμορφο από όλα τα μυθιστορήματα). Αν κάποιος συγγραφέας, για να διατηρήσει τα καλά αισθήματα ή για να ευχαριστήσει τις αγαθές ψυχές, διαστρέβλωνε την πραγματική τραγωδία της ζωής, που του παραδίδεται να ζήσει, θα διέπραττε αυτό που, στην Καινή Διαθήκη, χαρακτηρίζεται ως το χειρότερο έγκλημα, δηλαδή την αμαρτία εναντίον του πνεύματος, και δεν θα ήταν πλέον συγγραφέας. Η πραγματική κίνηση της ζωής σηματοδοτείται από συναντήσεις και αντιθέσεις, από συζεύξεις και σφαγές. Κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν αποκλείεται από την εμπειρία της ερωτικής επιθυμίας και της συνουσίας, της αγωνίας, της αντίφασης και της παραμόρφωσης. Και οι εναλλακτικές του πεπρωμένου είναι η δυστυχία ή η ενοχή, η λιποταξία ή η προσβολή.
Η καθαρότητα της τέχνης δεν συνίσταται στην αποφυγή εκείνων των κινήσεων της φύσης, που το σκοτεινό «δικαστήριο» του κοινωνικού νόμου καταδικάζει ως διεστραμμένες ή ακάθαρτες. Αλλά στο να τις καλωσορίζει αυθόρμητα στην πραγματική τους διάσταση, όπου αναγνωρίζονται ως φυσικές, και ως εκ τούτου αθώες. Η ποιότητα της τέχνης είναι λυτρωτική και, συνεπώς, στα αποτελέσματά της, πάντα επαναστατική. Οιαδήποτε στιγμή της πραγματικής και παροδικής εμπειρίας γίνεται, μέσα από την ποιητική ματιά, θρησκευτική στιγμή. Και υπό αυτή την έννοια μπορούμε να μιλάμε για αισιοδοξία. Όσο κι αν, καθόλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, ο ποιητής, όπως κάθε άνθρωπος, μπορεί να καταλήγει από την ατυχία στην καθαρή και απόλυτη φρίκη ή ακόμα στη βεβαιότητα ότι αυτή η φρίκη θα παραμείνει πλέον ο νόμος του μυαλού του, δεν είναι βέβαιο ότι αυτή θα είναι η τελευταία απάντηση της μοίρας του. Αν η συνείδησή του δεν βυθιστεί στη μη πραγματικότητα, αλλά μάλλον η ίδια η φρίκη καταστεί μέσα του μια πραγματική απάντηση (ποίηση), την ώρα που θα γράφει τα λόγια του στο χαρτί, θα επιτελεί μια πράξη αισιοδοξίας.
Την εποχή που ιδρύονταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ευρώπη, ζούσε στην Ουγγαρία ένας νεαρός Εβραίος ποιητής, με χαριτωμένη και εύθυμη εμφάνιση, που άρεσε στα κορίτσια, ονόματι Μίκλος Ραντνότι. Παρόλο που, μη γνωρίζοντας την ουγγρική γλώσσα, έχω μόνο την αναγκαστικά περιορισμένη και κατά προσέγγιση ιδέα για τους στίχους του, που μπορούν να δώσουν οι μεταφράσεις, φαίνεται ότι μπορώ να υποστηρίξω ότι ήταν αναμφισβήτητα, εκ φύσεως και εξ επαγγέλματος, ποιητής. Ήταν προφανώς από τους πρώτους που συνελήφθηκαν, και πέρασε την υπόλοιπη σύντομη ζωή του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που είναι το ιδανικό και υπέρτατο πρότυπο της πόλης στο σύστημα της διάσπασης και αποσύνθεσης. Ώσπου μια μέρα ένας φρουρός του στρατοπέδου τον αποτελείωσε με ένα χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, αφού τον έβαλε να σκάψει έναν λάκκο. Το τελευταίο του ποίημα γράφτηκε ακριβώς εκεί, κοντά σε εκείνον τον λάκκο, όπου αργότερα βρέθηκαν τα λείψανά του και ανακαλύφθηκαν οι στίχοι που έγραψε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, σε μερικά βρώμικα κομματάκια χαρτιού. Η ύπαρξή του, κατά την εποχή αυτών των στίχων, περιορίζεται σε τρομαχτική απόκοσμη φρίκη: το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και το θέμα των στίχων του είναι τώρα πραγματικά μόνο αυτό: το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Σε ένα ποίημά του λέει: «Το τετράδιο, τον φακό τσέπης, όλα μου τα πήραν οι φύλακες του στρατοπέδου. Γράφω τους στίχους μου στο σκοτάδι...» Στο τελευταίο ποίημά του (όπου μπορεί ήδη να περιγράψει τις λεπτομέρειες της επικείμενης εκτέλεσής του, έχοντας πλέον, μπορεί να πει κανείς, παρευρεθεί στο δικό του τέλος μέσα από το τέλος των τελευταίων συντρόφων του) λέει: « Τώρα ο θάνατος είναι ένα λουλούδι της υπομονής». Κι έτσι μας έμεινε, ως εκ θαύματος, η απόδειξη ότι ακόμη και μέσα στην «τέλεια» μηχανή διάσπασης και αποσύνθεσης, που τον εξολόθρευσε σωματικά, η πραγματική του συνείδηση παρέμενε ακέραιη.
Πέθανε το 1944. Αλλά μόλις πρόσφατα έμαθα ότι είχε υπάρξει. Και η ανακάλυψη ότι αυτό το αγόρι μπόρεσε να υπάρξει στη γη, ήταν για εμένα μια είδηση έμπλεη χαράς. Η περιπέτεια αυτού του δολοφονημένου αγοριού είναι ένα άνευ προηγουμένου σκάνδαλο για την οργανωμένη γραφειοκρατία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των ατομικών βομβών. Σκάνδαλο όχι για τον φόνο, που υπάρχει στην ίδια τη λειτουργία του συστήματός τους. Αλλά για τη μεταθανάτια μαρτυρία της πραγματικότητας (τη ζωηρή και χαρούμενη είδηση) που είναι ενάντια στο σύστημά τους.
Λογικά, αυτός που έχει φτάσει στην πόλη για να σκοτώσει τον δράκο ή, με σημερινούς όρους, ο συγγραφέας που κινείται μέσα στο σύστημα ως αμετανόητος πολέμιός του, γνωρίζει ότι στο αποκορύφωμα της κρίσης τον περιμένουν επισφαλείς μέρες· και ότι η ιστορία του, βέβαια, δεν μπορεί να είναι ποτέ εύκολη ή ανθόστρωτη. Είναι γεγονός ότι, στο οργανωμένο σύστημα της μη πραγματικότητας, η παρουσία του συγγραφέα (δηλαδή της πραγματικότητας) είναι πάντα σκάνδαλο, ακόμα κι αν είναι ανεκτή σε περιόδους κοινωνικής εκεχειρίας. Ανεκτή, ακόμη και με ερωτοτροπίες και κολακείες. Αλλά στο βάθος της κολακείας και της ερωτοτροπίας παραμένει πάντα κάποια κακία, που έχει τις ρίζες της σε εκδικητική αίσθηση ενοχής και επίσης σε ασυνείδητο φθόνο. Πράγματι (και εδώ σώζεται ακόμα η ελπίδα), η πραγματικότητα, και όχι η μη πραγματικότητα, παραμένει ο φυσικός παράδεισος όλων των ανθρώπινων προσώπων, τουλάχιστον όσο δεν έχουν ακόμη ταυτιστεί με την ορατή δομή του σώματός τους. Δηλαδή, δεν έχουν μεταλλαχθεί, σύμφωνα με την ατομική αργκό.
Το σύστημα της διάσπασης, λογικά, έχει τους αξιωματούχους, τους γραμματείς, τα παράσιτα, τους αυλικούς του κ.λπ. Και όλοι αυτοί, για το δικό τους (κακώς εννοούμενο) συμφέρον ή επειδή (ας το πούμε έτσι) έχουν εξαπατηθεί καλόπιστα από δικό τους λάθος, θα προσπαθήσουν να αποδυναμώσουν την αντίσταση του συγγραφέα με διαφορετικά μέσα. Για παράδειγμα, θα προσπαθήσουν να τον δελεάσουν ή να τον αφομοιώσουν στο σύστημα μέσω της διαφθοράς, της σκανδαλώδους δημοτικότητας, των χυδαίων επιτυχιών, προάγοντάς τον σε αστέρι ή πλέι μπόι. Ή, αντίθετα, θα προσπαθήσουν να του παρουσιάσουν έτσι τα πράγματα ώστε η διαφορά του από το σύστημα να του φαίνεται ως προδοσία ή ενοχή ή ανηθικότητα, ή ηθικισμός ή ανεπάρκεια. Θα πουν, για παράδειγμα, ότι δεν είναι μοντέρνος. Και πώς αλλιώς! Πράγματι, κατά την αντίληψή τους, το να είσαι μοντέρνος σημαίνει να είσαι διασπασμένος ή σε διαδικασία αποσύνθεσης. Ίσως θα πουν ότι δεν ασχολείται με σοβαρά πράγματα, ούτε με την πραγματικότητα· και το καταλαβαίνουμε! Γιατί το κύριο σύμπτωμα της διάσπασης, στην οποία υπόκεινται ή από την οποία νοσούν, συνίσταται στο να υποθέτει κανείς ως πραγματικότητα το αντίθετο της.
Όπως ειπώθηκε, συγγραφείς δεν μπορούν να υπάρξουν μέσα στο σύστημα αυτό, με την πραγματική έννοια του όρου. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που γράφουν και τυπώνουν βιβλία, και μπορούμε να τους ξεχωρίσουμε αποκαλώντας τους γενικά γράφοντες. Μερικοί από αυτούς είναι απλά όργανα του συστήματος: όργανα, ωστόσο, πολύ δευτερεύουσας σπουδαιότητας σε σύγκριση με άλλα, όπως οι επιστήμονες των βομβών. Τα δωμάτια, τα γραφεία αυτών των γραφόντων, μπορούν να θεωρηθούν πολύ μικρά υποκαταστήματα των καθαυτό πυρηνικών σταθμών.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, ως επί το πλείστον, οι γράφοντες αυτής της κατηγορίας δεν γνωρίζουν ότι υπηρετούν το σύστημα. Μάλλον θέλουν να πιστεύουν ότι η απαίσια αθλιότητα και καταχνιά, που –μερικές φορές ανόητα– παρουσιάζεται στα έργα τους, πρέπει να αποδίδεται στο σύστημα και τελικά στην ατομική βόμβα· όταν αντίθετα φαίνεται ότι ισχύει το εντελώς αντίστροφο, κατά τρόπο που, ελπίζω, δεν χρειάζεται πλέον να αποδεικνύεται. Πάντως, όσο ολέθριοι κι αν είναι ως ακούσιοι (τουλάχιστον στην επιφάνεια της συνείδησής τους) ή –ας το πούμε έτσι– απαισιόδοξοι συνεργοί του συστήματος, είναι λιγότερο δυσάρεστοι από τους αισιόδοξους συνεργούς του. Πρόκειται –αυτό το τελευταίο– για το χειρότερο από όλα τα είδη γραφόντων. Κάποιες φορές με ολοκληρωτικό και πραγματικά παράλογο κομφορμισμό, άλλες φορές με κολακεία και δουλικότητα, και άλλες πάλι φορές παίζοντας τον ρόλο τους σε μια ενδιαφέρουσα κωμωδία, το συγκεκριμένο είδος γραφόντων συνηθίζει να εκθειάζει αυτό ή εκείνο το πεδίο του συστήματος της διάσπασης, σαν τον υψηλότερο ουρανό του ανθρώπινου πολιτισμού, θρηνολογώντας μόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την ατομική απειλή, και ίσως να γίνεται, στα λόγια, προπαγανδιστής κατά της βόμβας, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένθερμος οπαδός της. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται οι χειρότεροι εχθροί του συγγραφέα, ικανοί μάλιστα, σε ακραίες στιγμές κρίσης, να τον παραδώσουν στους φύλακες των στρατοπέδων συγκέντρωσης: είναι χειρότεροι, κατά κάποιο τρόπο, ακόμα και από τους ίδιους τους φύλακες, που είναι εμμονικοί, δηλαδή παράφρονες, και επιπλέον αναλώνονται προσωπικά με τίμημα την ατίμωση και το όνειδος (καθώς και την κόλαση της αγωνίας) και λαμβάνουν μισθούς πολύ χαμηλότερους από εκείνους των επίσημων γραφιάδων του καθεστώτος.
Πριν αφήσουμε κατά μέρος αυτόν τον κατάλογο των γραφόντων ή γραφιάδων του συστήματος, πρέπει, τέλος, να θυμηθούμε την ύπαρξη πληθώρας κύκλων, σχολών και διαφόρων ομάδων, που έχουν όμως ένα κοινό γνώρισμα: ότι τα λογοτεχνικά τους προϊόντα δεν μπορούν να διαβαστούν καθόλου. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ως εικόνα του σημερινού συστήματος, έναν πλανήτη στον οποίο τα πιο προηγμένα όντα έχουν από καιρό συνηθίσει να τρέφονται αποκλειστικά με χάπια (σε σημείο που να έχουν πλέον ένα ατροφικό πεπτικό σύστημα, περιορισμένο στις λειτουργίες περίπου ενός εντόμου). Ωστόσο, αυτά δεν εγκαταλείπουν τους παραδοσιακούς τους μάγειρες, οι οποίοι πάντως πρέπει να προσαρμοστούν. Και πράγματι οι μάγειρες, συγκεντρωμένοι στις κουζίνες τους, είναι συνεχώς απασχολημένοι με την προετοιμασία «πιάτων»: όχι αληθινών εδεσμάτων, φυσικά, αλλά ψεύτικων, φτιαγμένων, ας πούμε, από καουτσούκ ή πεπιεσμένο χαρτόνι ή γενικά από συνθετικά υλικά ή από κάτι άλλο ακόμα χειρότερο. Πάντως ποτέ, προφανώς, από υλικό βρώσιμο. Έτσι οι «συνθετικοί» πελάτες, που δεν τρώνε, έχουν τις συνθετικές ευωχίες τους, όπου δεν σερβίρεται τίποτα που μπορεί να φαγωθεί και οι μάγειρες μαζί με τους πελάτες νιώθουν ικανοποιημένοι επειδή είναι πολύ μοντέρνοι. Η συγκεκριμένη εικόνα είναι βέβαια αρκετά ακίνδυνη, αλλά αν προκαλούσε σε κάποιον μια μικρή αντίδραση (λογοτεχνικής υφής ή οποιασδήποτε άλλης μορφής), ένα χασμουρητό θα του είναι αρκετό ώστε να απελευθερωθεί την ίδια ακριβώς στιγμή από μια τέτοια ταλαιπωρία. Και θα μπορέσει να επιστρέψει αμέσως στις δουλειές του.
Όλοι αυτοί οι γράφοντες, γενικά, σπάνια συναντιούνται με τον συγγραφέα· και, κάθε φορά που σκοντάφτουν επάνω του, τον αντιμετωπίζουν, ανάλογα με την περίπτωση και τον άνθρωπο, με τρόπο διαφορετικό: άλλοι ως καταραμένο, άλλοι ως ονειροπόλο, άλλοι ως παραμυθά, άλλοι ως αριστοκράτη, άλλοι ως φτωχό συγγενή, άλλοι ως ανατρεπτικό κ.λπ. κ.λπ. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί να βρει πολλούς συντρόφους στο σύστημα αυτό. Αλλά οπωσδήποτε ο συγγραφέας, από τη φύση του, τείνει να μην ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνία, σε καμία ομάδα ή κατηγορία κ.λπ. Η μοίρα του μάλλον τον ωθεί προς την περιπέτεια, αλλά, όπως και να έχει, η πραγματικότητα καθαυτή είναι μια εξαιρετική περιπέτεια.
Συνήθως ο συγγραφέας τολμά να περιπλανηθεί ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους, από κάθε κατηγορία και τάξη και ίσως από κάθε πάστα. Είναι αναπόφευκτο, ωστόσο, μεταξύ των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων τάξεων, να προτιμά πάντα τις τελευταίες. Όχι ακριβώς για ανθρωπιστικούς λόγους (ο συγγραφέας δεν είναι ανθρωπιστής, αν μη τι άλλο είναι κάτι εντελώς άλλο: είναι άνθρωπος), αλλά γιατί αυτό του επιτάσσει συνήθως ο μοιραίος νόμος της ζωής του. Πράγματι, η κυριαρχία ενός ατόμου πάνω σε ένα άλλο, αν ήταν πάντα άδικη και φαύλη, σήμερα πλέον αποτελεί οριστικά μια εξωπραγματική έννοια· αφού η θεμελιώδης ισότητα των ανθρώπων έχει καθιερωθεί στη συνείδηση (ακόμη και σε αυτούς που υποθέτουν ότι δεν τη γνωρίζουν). Και αναμφίβολα το πιο σοβαρό ελάττωμα της μη πραγματικότητας βρίσκεται στην πλευρά του κυρίαρχου. Στο βαθμό που ο συγγραφέας έχει ενίοτε την έντονη υποψία (και την ελπίδα) ότι ο ίδιος ο δράκος είναι ένα ιδιαίτερο προϊόν της τάξης των κυρίαρχων και ότι αυτοί οι κυρίαρχοι άνθρωποι θα μπορούσαν ίσως να συμμαχήσουν με τον συγγραφέα για να αντιμετωπίσουν τον δράκο.
Αυτός είναι ο λόγος που ο συγγραφέας, στην πρακτική της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, αισθάνεται πάντα έλξη προς επαναστατικά ή ανατρεπτικά κινήματα, που διακηρύσσουν ως στόχο τους την παύση κάθε κυριαρχίας του ενός ανθρώπου πάνω στον άλλο.
Τέλος, γεγονός παραμένει ότι ο συγγραφέας βρίσκει σχεδόν πάντα τους πιο αληθινούς συντρόφους του ανάμεσα σε ανθρώπους εξαιρετικά νεαρής ή μάλιστα και νηπιακής ακόμα ηλικίας. Μόνον αυτοί, πράγματι, εξακολουθούν να αναγνωρίζουν και να κατοικούν την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον παγκόσμιο νόμο, η πλειονότητα των ενηλίκων είναι λίγο-πολύ, μολυσμένοι από τη μη πραγματικότητα, και ως εκ τούτου, εχθρικοί – και αυτό επαληθεύεται περισσότερο από ποτέ στο σημερινό σύστημα, Οπωσδήποτε, όμως, ειδικά όταν αρχίζει να γερνάει, και τα πόδια του κουράζονται, ο συγγραφέας βρίσκεται συχνά μόνος του. Θα μπορούσε ακόμα να αποσυρθεί στην ύπαιθρο, αλλά κατά βάθος του αρέσει περισσότερο να βρίσκεται στη μέση της πόλης, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους άτυχους που τρέχουν να αποσπάσουν, με κάποιο τρόπο, την προσοχή του δράκου. Τότε, ο συγγραφέας φεύγει από το δωμάτιό του και βαδίζει σε αυτούς τους καταραμένους δρόμους, στοιχειωμένος από την κίνηση και τους θορύβους, μερικές φορές μάλιστα δελεασμένος από την ιδέα να αποτραβηχτεί σε ένα γηροκομείο και να τελειώσει εκεί τη ζωή του. Αλλά ορισμένες τυχερές μέρες, του συμβαίνει να σκέφτεται μέσα του, στη μέση της κίνησης, μια ιστορία ή ένα ποίημα για να γράψει, και μετά δεν ακούει καν τους θορύβους και αποσπάται, ως εκ θαύματος, ανάμεσα σε χιλιάδες αυτοκίνητα, χωρίς να πέφτει θύμα τροχαίου. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε, αστειευόμενοι, ότι υπερβαίνει ακόμη και τις δοκιμασίες των Ινδών Αγίων, οι οποίοι πρέπει να είναι ικανοί να προσεύχονται, δηλαδή να ακούνε την πιο ενδόμυχη εσωτερική θρησκευτική σιωπή της ύπαρξής τους, εν μέσω της οχλαγωγίας και των εμπορικών συναλλαγών στους ναούς.
Σε αυτό το σημείο, θυμάμαι εκείνο που είπε ο δάσκαλος της ποίησης, ο Ουμπέρτο Σάμπα: ότι σε κάθε ποιητή παραμένει πάντα ένα παιδί, που τώρα ζει μαζί με τον ενήλικα και εκπλήσσεται με αυτό που συμβαίνει στον ενήλικα. Εκπλήσσεται με αυτό, αλλά επίσης, μπορώ να προσθέσω, το απολαμβάνει και διασκεδάζει. Για καλή του τύχη, ακόμα και σε αυτή την τρελή και απελπισμένη πάλη του με τον δράκο, αυτό το παιδί διασκεδάζει λίγο.
Τελικά όμως τι μυθιστόρημα ή ποίημα θα πρέπει να γράψει ο Δικός μας ποιητής για να φέρει εις πέρας, όπως γράφουν οι εφημερίδες, τον αγώνα του; Η απάντηση είναι απλή: θα γράψει με εντιμότητα ό,τι του καπνίσει. «Στους ποιητές απομένει» ακόμα, είπε ο Σάμπα, «να γράψουν την έντιμη ποίηση».
Ωστόσο, θα ήταν αρκετό να πούμε μόνο «την ποίηση». Γιατί, αν είναι ποίηση, δεν μπορεί παρά να είναι έντιμη. Ένας ποιητής, τέτοιας λογής, δεν μπορεί να μην είναι έντιμος. Όπως έχει δείξει η ιστορία, μπορεί ίσως να είναι άσχημος, παραμορφωμένος· μπορεί να έχει ο ίδιος τα χειρότερα ελαττώματα: να είναι ένας μέθυσος, ένας «μαλαμέντε», όπως χαρακτηριστικά αποκαλούν στη Νάπολη ορισμένους κακότροπους ανθρώπους· μπορεί να είναι βρώμικος και να αποπνέει δυσοσμία. Αυτά ήταν και είναι πάντοτε τα δικά του ζητήματα. Αλλά ως συγγραφέας, δεν μπορεί να μην πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις: προσοχή, εντιμότητα και ανιδιοτέλεια. Και όλα τα άλλα είναι λογοτεχνία. Ναι, και παρεμπιπτόντως, τι είδους γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιήσει; Διάλεκτο, του εργοστασίου ή ποια κοινή; Τι στυλ, τι σημασιολογία, τι γραμματοσειρά; Είναι υπέρ ή κατά των κεφαλαίων γραμμάτων; Υπέρ ή κατά των σημείων στίξης; Αλλά αφήστε τον να γράφει όπως θέλει, αφού αυτός ήταν πάντα ο πρώτος εφευρέτης των γλωσσών! Γιατί τώρα να έρθουν να θορυβήσουν έναν άνθρωπο με παρόμοια ερωτήματα (που ενδεχομένως ενδιαφέρουν τους γλωσσολόγους, τους φιλολόγους κ.ο.κ.;). Εδώ πρόκειται υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας! Υπάρχει μόνο η πραγματικότητα ενάντια στην ατομική βόμβα. Και η πραγματικότητα δεν χρειάζεται να προκατασκευάσει μια γλώσσα: μιλάει από μόνη της. Ακόμα και ο Χριστός είπε: μην ανησυχείτε για το τι θα πείτε, ούτε για το πώς θα το πείτε. Η πραγματικότητα είναι που δίνει ζωή στις λέξεις και όχι το αντίστροφο.
Και τι είναι η πραγματικότητα; Αυτό μας έλειπε τώρα! Αν κάποιος μου κάνει αυτή την ερώτηση, είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι αναγνώστης μου. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, σε δοκίμια, άρθρα, απαντήσεις σε έρευνες κ.λπ., δεν έχω κάνει τίποτα άλλο, με κίνδυνο να φανώ μανιακή, από το να μιλώ για αυτό το θέμα, εννοώ το θέμα, λίγο-πολύ, που συνδέεται και με το νόημα αυτής της διάλεξης. Και προσπάθησα να εξηγήσω τι είναι η πραγματικότητα. Αλλά δυστυχώς αμφιβάλλω αν τα κατάφερα, αφού αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνεις μόνο όταν το δοκιμάζεις και όταν το δοκιμάζεις δεν χρειάζεσαι εξηγήσεις. Κάποτε ένας αρχάριος ρώτησε έναν σοφό ανατολίτη γέροντα: «Τι είναι το Bodidarma;» (που θα σήμαινε κατά προσέγγιση το Απόλυτο ή κάτι παρεμφερές). Και ο σοφός απάντησε αμέσως: «Ο θάμνος στο βάθος του κήπου». «Και κάποιος που θα καταλάβαινε αυτή την αλήθεια», ρώτησε ξανά το αγόρι, γεμάτο αμφιβολίες, «αυτός τι θα ήταν;» «Θα ήταν», απάντησε ο γέρος, δίνοντάς του μια καρπαζιά στο κεφάλι, «ένα λιοντάρι με χρυσή γούνα».
[Από τη συλλογή δοκιμίων της Έλσα Μοράντε με τίτλο Υπέρ ή κατά της ατομικής βόμβας και άλλα κείμενα.]