(Ἀπόδοση τῶν ια΄ καὶ ιβ΄ οἴκων τοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ «ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΪΑ»)
ια΄
«Ὦ πλάσμα τῆς παλάμης μου», ὁ Πλάστης ἀποκρινόταν
σ’ ἐκείνους ποὺ ἀναφωνοῦσαν, ἔτσι:
«ξέροντας πὼς δὲν μπόρεσε ὁ νόμος νὰ σὲ σώσει, ἔρχομαι τώρα ἐγώ σ’ ἐσένα∙
ἔργο τοῦ νόμου δὲν ἦταν νὰ σὲ σώσει, γιατὶ αὐτὸς δὲν ἔπλασε∙
ἀλλ’ οὔτε τῶν προφητῶν, γιατὶ καὶ αὐτοὶ
εἶναι πλάσμα μου, ὅπως καὶ ἐσύ.
Σ’ ἐμένα μόνο ἀρμόζει νὰ σὲ λύσω ἀπ’ τὸ χρέος τὸ δυσβάσταχτο.
Πωλοῦμαι γιὰ ἐσένα καὶ σ’ ἐλευθερώνω∙
σταυρώνομαι γιὰ ἐσένα καὶ ἐσὺ πιὰ δὲν νεκρώνεσαι∙
πεθαίνω καὶ σὲ μαθαίνω νὰ βοᾶς:
«Εὐλογημένος εἶσαι Ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι ν’ ἀνακαλέσεις
τὸν Ἀδάμ».
ιβ΄
Μήπως ἔστερξα ἔτσι τοὺς ἀγγέλους; Ἐσένα τὸν φτωχὸ ἀγάπησα,
τὴ δόξα μου ἔκρυψα
κι ἔγινα, ὁ Πλούσιος, ἑκούσια φτωχός∙ γιατὶ σὲ ποθῶ πολύ!
Πείνασα, δίψασα γιὰ ἐσένα καὶ μόχθησα∙
ἀπὸ βουνά, γκρεμούς καὶ κοιλάδες δασωμένες πέρασα
χαμένο καὶ πλανεμένο νὰ σὲ βρῶ γυρεύοντας∙
πρόβατο ὀνομάστηκα γιὰ νὰ σὲ φέρω θέλγοντας μὲ πράα φωνὴ κοντά μου∙
βοσκός, καὶ θέλω τὴν ψυχή μου νὰ σοῦ δώσω
γιὰ νὰ σὲ ἀποσπάσω ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ λύκου∙
τὰ πάντα πάσχω θέλοντας μὲ παρρησία νὰ βοᾶς:
«Εὐλογημένος εἶσαι Ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι ν’ ἀνακαλέσεις
τὸν Ἀδάμ».
Ἀθήνα, 8 Ἀπριλίου 2017