Ήταν μια γάτα, πολύ κοινή, και δεν ήταν
κανενός, και ήταν μεγάλη κι είχε το δικό της γατάκι.
Τώρα, ένα βράδυ, (πάνω στην καμινάδα η καταιγίδα μαίνονταν και βρυχιόταν),
ήχος προσευχής μ’ έσυρε στην πόρτα,
και την είδα και το μικρό σιμά της.
Μού ‘σπρωξε, με μια κίνηση γλυκιά, το άμοιρο
στα πόδια· και χάθηκε μέσα στη μαύρη νύχτα.
Τι μαύρη νύχτα, γεμάτη πόνο!
Κλάματα και λυγμούς και τρελά γέλια και ζοφερές κραυγές ο αγέρας έφερνε απ’ τις ερήμους.
Κι έπεφτε η βροχή, ολούθε πάταγος,
μαστιγώνοντας τους τοίχους και σκάζοντας στα τζάμια που τριζοβολούσαν.
Το μικρό γουργούριζε, ευχαριστημένο.