Έχουν περάσει εκατό χρόνια αφότου ο Μπένγιαμιν, σε ένα αξιομνημόνευτο δοκίμιο, κατήγγειλε τη πνευματική μιζέρια της ζωής τω φοιτητών του Βερολίνου και ακριβώς μισός αιώνας από την κυκλοφορία ενός ανώνυμου φυλλαδίου, το οποίο διαδόθηκε στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου και διακήρυττε το θέμα του με τον τίτλο «Για τη δυστυχία στο φοιτητικό περιβάλλον, εξεταζόμενη στις οικονομικές, πολιτικές, ψυχολογικές, σεξουαλικές και ιδιαίτερα πνευματικές της πτυχές». Έκτοτε, όχι μόνο η αδυσώπητη διάγνωση δεν έχει χάσει την επικαιρότητά της, αλλά μπορεί να ειπωθεί χωρίς φόβο υπερβολής ότι η μιζέρια της φοιτητικής κατάστασης, τόσο η οικονομική όσο και η πνευματική, έχει αυξηθεί σε ανεξέλεγκτο βαθμό. Αυτή η παρακμή είναι ακόμα πιο έκδηλη για έναν προσεκτικό παρατηρητή, καθώς επιχειρείται να συγκαλυφθεί μέσω της ανάπτυξης μιας ορολογίας ad hoc, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην αργκό της επιχείρησης και την ορολογία του επιστημονικού εργαστηρίου.
Μια ένδειξη αυτής της παραπλανητικής ορολογίας είναι η αντικατάσταση της λέξης «μελέτη» ή της λέξης «σπουδή» (στην ιταλική “studio”), οι οποίες έχουν προφανώς λιγότερο κύρος, από τη λέξη «έρευνα» (στην ιταλική “ricerca”) σε κάθε τομέα. Αυτή η αλλαγή στην ορολογία αντανακλά μια στροφή στην κατεύθυνση μιας πιο επιχειρηματικής και τεχνικής προσέγγισης της ακαδημαϊκής διαδικασίας. Και η αντικατάσταση είναι τόσο ολοκληρωτική ώστε διερωτώμαστε εύλογα αν η λέξη «σπουδή», που έχει πρακτικά εξαφανιστεί από τα ακαδημαϊκά έγγραφα, θα καταλήξει να διαγραφεί ακόμη και από την τυπική διατύπωση «Πανεπιστήμιο των … Σπουδών», η οποία ακούγεται πλέον ως ιστορικό κατάλοιπο. Αντίθετα, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι όχι μόνο η μελέτη ή η σπουδή συνιστούν ένα γνωστικό πρότυπο ανώτερο από κάθε άποψη σε σχέση με την έρευνα, αλλά ότι, στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, το επιστημολογικό τους καθεστώς –ή, με άλλα λόγια, ο επιστημολογικός τους χάρτης– είναι πολύ λιγότερο αντιφατικό από εκείνο της διδασκαλίας και της έρευνας.
Ειδικά για τον όρο «έρευνα» γίνονται ιδιαίτερα εμφανή τα προβλήματα που προκύπτουν από την άκριτη μεταφορά μιας έννοιας από τη σφαίρα των φυσικών επιστημών σε εκείνη των ανθρωπιστικών επιστημών. Ο ίδιος όρος παραπέμπει, πράγματι, σε προοπτικές, δομές και μεθοδολογίες τελείως διαφορετικές στα δύο αυτά διακριτά επιστημονικά πεδία. Η έρευνα στις φυσικές επιστήμες προϋποθέτει καταρχάς τη χρήση τόσο πολύπλοκων και ακριβών συσκευών, που θα ήταν αδιανόητο να μπορέσει να τις κατασκευάσει ένας ερευνητής μόνος του. Προϋποθέτει, επιπλέον, κατευθύνσεις, οδηγίες και διερευνητικά προγράμματα, που απορρέουν από τη συγκυρία πραγματικών αναγκών –όπως η εξάπλωση των καρκίνων, η ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογίας ή οι στρατιωτικές απαιτήσεις– και αντίστοιχων συμφερόντων στις χημικές, υπολογιστικές ή στρατιωτικές βιομηχανίες. Όμως, τίποτα παρόμοιο δεν ισχύει στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Εδώ ο «ερευνητής» –που θα μπορούσε να αποδοθεί ευστοχότερα ως «μελετητής»– χρειάζεται μόνο βιβλιοθήκες και αρχεία, η πρόσβαση στα οποία είναι γενικά εύκολη και δωρεάν (όταν απαιτείται τέλος εγγραφής ή συνδρομή, τα ποσά είναι ασήμαντα). Υπό αυτή την έννοια, οι επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες για την ανεπαρκή χρηματοδότηση της έρευνας (που πράγματι είναι πολύ περιορισμένη) στερούνται επί της ουσίας κάθε βάσης. Τα συγκεκριμένα κονδύλια δεν χρησιμοποιούνται για την έρευνα, με την κυριολεκτική έννοια, αλλά για συμμετοχή σε συνέδρια και συζητήσεις, που από τη φύση τους δεν έχουν τίποτα κοινό με ό,τι αντίστοιχο πραγματοποιείται στο χώρο των φυσικών επιστημών: ενώ στις τελευταίες το ζητούμενο είναι η κοινοποίηση των πιο επιτακτικών καινοτομιών, όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά κυρίως στις πειραματικές επαληθεύσεις τους, δεν μπορεί να συμβεί τίποτα παρόμοιο στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών, όπου η ερμηνεία ενός χωρίου του Πλωτίνου ή του Λεοπάρντι δεν συνδέεται με κάτι επείγον από χρηστική τουλάχιστον άποψη. Από αυτές τις δομικές διαφοροποιήσεις προκύπτει επίσης ότι ενώ στις φυσικές επιστήμες οι πιο προηγμένες έρευνες διεξάγονται γενικά από ομάδες επιστημόνων που εργάζονται μαζί, στις ανθρωπιστικές επιστήμες τα πιο καινοτόμα αποτελέσματα επιτυγχάνονται συνήθως από μοναχικούς μελετητές, οι οποίοι περνούν το χρόνο τους στις βιβλιοθήκες και δεν αγαπούν να συμμετέχουν σε συνέδρια.
Αν και μόνο αυτή η ουσιώδης ετερογένεια των δύο επιστημονικών πεδίων θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιφύλαξη της χρήσης του όρου «έρευνα» κυρίως για τις φυσικές επιστήμες, υπάρχουν και άλλοι λόγοι που συνηγορούν υπέρ της επιστροφής των ανθρωπιστικών επιστημών στη «μελέτη» ή τη «σπουδή», σε εκείνο δηλαδή που τις χαρακτήριζε για αιώνες. Σε αντίθεση με την «έρευνα», που δεν έχει βρει το αντικείμενό της και της οποίας ο ομόσημος ιταλικός όρος “ricerca” υποδηλώνει την αέναη περιπλάνηση και αναζήτηση σε έναν κύκλο (πρβλ. το λατινικό ρήμα circare), η «μελέτη» ή η «σπουδή», των οποίων επίσης ο ομόσημος (όχι ταυτόσημος) ιταλικός όρος “studio” σημαίνει ετυμολογικά τον υπέρτατο βαθμό μιας επιθυμίας (πρβλ. το λατινικό ουσιαστικό studium), έχουν ήδη βρει το αντικείμενό τους. Στις ανθρωπιστικές επιστήμες, η έρευνα είναι ένα προσωρινό στάδιο της μελέτης ή της σπουδής, που παύει αμέσως μόλις ταυτοποιηθεί το αντικείμενό της. Η μελέτη ή η σπουδή, ωστόσο, συνιστούν μια μόνιμη και διηνεκή κατάσταση. Μπορούν, μάλιστα, να οριστούν ως το σημείο εκείνο στο οποίο η επιθυμία για γνώση εγγίζει την υψηλότερη έντασή της και μετατρέπεται σε έναν τρόπο ζωής: τη ζωή του φοιτητή ή σπουδαστή (στην ιταλική “studente”) ή, καλύτερα, του μελετητή (στην ιταλική “studioso”) . Για αυτόν το λόγο –αντίθετα με ό,τι υπονοείται στην ακαδημαϊκή ορολογία, σύμφωνα με την οποία ο φοιτητής ή ο σπουδαστής βρίσκεται σε κατώτερο επίπεδο σε σχέση με τον ερευνητή– η «μελέτη» ή η «σπουδή» αποτελούν ένα γνωστικό πρότυπο ιεραρχικά ανώτερο από την «έρευνα», καθότι η τελευταία δεν μπορεί να επιτύχει τον σκοπό της, αν δεν εμφορείται από επιθυμία ή δίψα και, όταν αυτός επιτευχθεί, δεν μπορεί παρά να συνυπάρχει μαζί του και να εντρυφά σε αυτόν με ενδελεχή σπουδή, μετατρεπόμενη σε μελέτη.
Μπορεί να αντιταχθεί σε αυτές τις παρατηρήσεις ότι ενώ η έρευνα στοχεύει πάντοτε σε μια συγκεκριμένη χρησιμότητα, δεν θα ήταν δυνατόν να ισχυριστούμε το ίδιο για τη μελέτη ή τη σπουδή, οι οποίες, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύουν μια μόνιμη και διενεκή κατάσταση και σχεδόν μια μορφή ζωής, δύσκολα μπορούν να διεκδικήσουν άμεση χρησιμότητα. Είναι απαραίτητο εδώ να ανατραπεί η κοινή αντίληψη, σύμφωνα με την οποία όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες ορίζονται από τη χρησιμότητά τους. Δυνάμει αυτής της αρχής, τα πιο καταφανώς περιττά πράγματα εντάσσονται σήμερα σε ένα χρησιμοθηρικό πλαίσιο, επανακαθορίζοντας ως ανάγκες ανθρώπινες δραστηριότητες που γίνονταν πάντοτε για απλή και μόνο ευχαρίστηση. Θα πρέπει να καταστεί σαφές, ωστόσο, ότι σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από τη χρησιμοθηρία, εκείνα ακριβώς τα πράγματα που είναι άχρηστα γίνονται ένα αγαθό που πρέπει να διαφυλάσσεται. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η μελέτη και η σπουδή. Μάλιστα η φοιτητική κατάσταση, με την έννοια της μελέτης και της σπουδής, αποτελεί για πολλούς τη μοναδική ευκαιρία να βιώσουν μιαν εμπειρία ζωής –σήμερα όλο και πιο σπάνια– απαγκιστρωμένη από χρηστικούς ή ωφελιμιστικούς σκοπούς. Γι’ αυτό, η μετατροπή των ανθρωπιστικών σχολών σε επαγγελματικές σχολές αποτελεί για τους φοιτητές ταυτόχρονα απάτη και όλεθρο: απάτη, γιατί δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει κάποιο επάγγελμα που να αντιστοιχεί στη μελέτη και τη σπουδή (και βέβαια δεν είναι επάγγελμα η ολοένα και πιο περιορισμένη και απαξιωμένη διδασκαλία)· όλεθρος, γιατί στερεί από τους φοιτητές εκείνο που συνιστούσε την πιο ουσιαστική διάσταση ή μάλλον το κύριο νόημα της φοιτητικής κατάστασης, αφήνοντας τη ζωή και τη σκέψη τους, που ενώνονταν στη μελέτη και τη σπουδή, να χωριστούν οριστικά και αμετάκλητα, πριν ακόμα αιχμαλωτιστούν στην αγορά εργασίας.
*Αναρτήθηκε στις 15/05/2017 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).