«Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων καί ως σκύμνος...» (Γεν. 49,9)
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου. Με μια γάτα κουλουριασμένη στο πλάι να γουργουρίζει. Σε εγρήγορση ο νους, με κλειστά μάτια. Η καρδιά να χτυπάει πέρα από τις έννοιες, πέρα από τον Θεό και την αθεΐα, την πίστη και την απιστία, τη γνώση και την αγνωσία. Με μια γνώση που δεν γνωρίζει αντικείμενα και δεν είναι παρά το άλλο όνομα της αγάπης.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και η καρδιά να χτυπά με τον νου να επιστρέφει μέσα της και να κουλουριάζεται σαν γάτα γουργουρίζοντας· να επιστρέφει ο νους για να κοιτάξει τον κόσμο όπως αληθινά μπορεί να τον κοιτάξει, σαν νήπιο· και να χτυπά η καρδιά και όλες οι έννοιες να τήκονται μέσα της και ο πιστός και ο άπιστος, ο ένθεος και ο άθεος, ο γνωστικιστής και ο αγνωστικιστής να συγχέονται και να μη μπορούν με κανέναν τρόπο να διακριθούν μεταξύ τους, σε πείσμα των συστημάτων της λογικής μα και της κάθε ομολογίας.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου, με το γουργούρισμα της γάτας και την καρδιά να έχει λύσει επιτέλους τη σύμβαση της υποχρέωσης για κατανόηση κι ομολογία.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και ο νους να υπνώττει και να αγρυπνά ευχαριστημένος χωρίς την υποχρέωση να αντλεί με τον τρύπιο κουβά του και να παραπονιέται που δεν κρατά νερό.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου κι ο καθημερινός χρόνος να παύει να είναι μια ευκαιρία προς εκμετάλλευση, μια ευκαιρία που επείγει να αδραχθεί πριν χαθεί, μια ευκαιρία προς βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων, μια υπόσχεση για περισσότερη σοφία και δύναμη.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και ο καθημερινός χρόνος να μην είναι παρά καθημερινός χρόνος, φωτεινός και χαμένος συνάμα, με ακέραιο το απλήρωτο κενό του, την έλλειψη, την αναπόφευκτη ήττα του θανάτου· τεταμένος ίσαμε το ανάστημα ενός μωρού, πυκνός και οξύς, όπως ένα μωρό που άλλοτε γελά και άλλοτε κλαίει· βραχύς, συνεσταλμένος, αμετάκλητα κολοβωμένος και αιώνια διαθέσιμος για …παιχνίδι.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και να γελάει κανείς με όσους πιστεύουν ότι είναι – ή σκοπεύουν να γίνουν – εκλεκτοί μύστες βαθύτερα κρυμμένων νοημάτων.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και μύησή μας να γίνεται η ίδια η ζωή κι η καθημερινότητά μας και να αναγνωρίζεται επιτέλους ότι δεν υπάρχει τίποτα βαθύτερο από το επιφανειακό και ότι στην κάθε στιγμή συνοψίζεται το παν και τίποτα δεν επείγει να αδράξουμε αλλά απλώς όλα είναι εδώ για να τα διαβάζουμε, όπως ο γονιός που γυρνά και κοιτά το προσωπάκι του παιδιού του σαν να μην υπάρχει χρόνος, σαν να μην υπάρχουν οι δουλειές και εκκρεμότητες που έχει αφήσει πίσω του.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και τίποτα να μη χωρίζει τους νεκρούς από τους ζωντανούς.
Να ξημερώνει η μέρα του Σαββάτου και να αφουγκράζεσαι του λιονταριού τον ύπνο και του σκύμνου.