Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Η δεκαετία του ’30 είναι ενώπιόν μας – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

 Τον Νοέμβριο του 1990 ο Ζεράρ Γκρανέλ, ένα από τα πιο διαυγή πνεύματα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας εκείνων των χρόνων, έδωσε στο New School for Social Research (NSSR) της Νέας Υόρκης μια διάλεξη (αργότερα δημοσιευμένη ως δοκίμιο), με τον αναμφίβολα σημαίνοντα τίτλο Η δεκαετία του ’30 είναι ενώπιόν μας, η οποία δεν άργησε να προκαλέσει στους καθωσπρέπει αντιδράσεις σκανδαλισμού. Διότι, αν και η ανάλυση που διεξήγαγε ο Γκρανέλ ήταν γνήσια φιλοσοφική, οι πολιτικές της συνεπαγωγές ήταν στην πραγματικότητα άμεσα αισθητές, αφού το προκείμενο ζήτημα, μέσα στο φαινομενικά ανώδυνο χρονολογικό πλαίσιο, δεν ήταν παρά ο φασισμός στην Ιταλία, ο ναζισμός στη Γερμανία και ο σταλινισμός στη Σοβιετική Ένωση· –δηλαδή οι τρεις ριζικές πολιτικές απόπειρες να «καταστραφεί και να υποκατασταθεί, με μια νέα τάξη, εκείνη στην οποία έως τότε αναγνώριζε τον εαυτό της η Ευρώπη». Ο Γκρανέλ κατέδειξε εύγλωττα ότι η πνευματική και πολιτική ελίτ της Ευρώπης υπήρξαν εξίσου τυφλές απέναντι σ’ αυτήν την τριπλή καινοτομία όσο ήταν στη δεκαετία του ’90 – καθώς είναι και σήμερα – ενώπιον της ανησυχητικής, έστω και αλλοιωμένης, αναβίωσής της. Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως ο Λεόν Μπλουμ, ηγέτης των Γάλλων σοσιαλιστών, μπορούσε να δηλώσει, σχολιάζοντας τις γερμανικές εκλογές του Ιουλίου 1932, ότι, έναντι των εκπροσώπων της παλαιάς Γερμανίας, «ο Χίτλερ είναι το σύμβολο του πνεύματος της αλλαγής, της ανανέωσης και της επανάστασης» και, ως εκ τούτου, η νίκη του φον Σλάιχερ θα του φαινόταν «ακόμη πιο θλιβερή απ’ εκείνη του Χίτλερ». Και πώς να κρίνει κανείς την πολιτική ευαισθησία του Ζωρζ Μπατάιγ και του Αντρέ Μπρετόν, οι οποίοι, μη συμμεριζόμενοι τις διαμαρτυρίες για τη γερμανική κατοχή της Ρηνανίας, μπόρεσαν να γράψουν χωρίς ντροπή: «εμείς προτιμούμε σε κάθε περίπτωση την αντιδιπλωματική βαναυσότητα του Χίτλερ, που είναι, στην πράξη, πιο ειρηνική από τον σιελοστάζοντα παροξυσμό των διπλωματών και των πολιτικών».

Η θέση αυτού του δοκιμίου –του οποίου συνιστώ θερμά την ανάγνωση– είναι ότι εκείνο που ορίζει την προϊούσα ιστορική διαδικασία, τόσο στη δεκαετία του ’30 όσο και στη δεκαετία του ’90, όταν έγραφε, είναι το πρωτείο του απείρου επί του πεπερασμένου· ένα πρωτείο που, στο όνομα μιας απολύτως άνευ ορίων επιδιωκόμενης εξέλιξης, επιχειρεί να καταργήσει σε κάθε τομέα –οικονομικό, επιστημονικό, πολιτιστικό– τα ηθικά, πολιτικά και θρησκευτικά φράγματα, τα οποία έως τότε την είχαν κατά κάποιον τρόπο συγκρατήσει. Και, παράλληλα, ακόμη και μέσα από τα παραδείγματα του φασισμού, του ναζισμού και του σταλινισμού, ο Γκρανέλ έδειχνε πως μια τέτοια διαδικασία απειροποίησης και ολοσχερούς, σαρωτικής κινητοποίησης κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην αυτοκαταστροφή.

Παρακάμπτοντας την ουσία αυτής της ασφαλώς πειστικής ανάλυσης, με ενδιαφέρει εδώ μάλλον να υπογραμμίσω τις αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση. Το ότι η δεκαετία του ’30 του Εικοστού αιώνα βρίσκεται ακόμη ενώπιόν μας δεν σημαίνει ότι βλέπουμε σήμερα να επανεμφανίζονται με την ίδια μορφή τα προαναφερόμενα ειδεχθή καθεστώτα· σημαίνει μάλλον εκείνο που ο Μπορντίγκα είχε θελήσει να εκφράσει γράφοντας, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ότι οι νικητές θα υπήρξαν οι εκτελεστές της διαθήκης των ηττημένων. Παντού οι κυβερνήσεις, όποιο κι αν είναι το χρώμα και η τοποθέτησή τους, ενεργούν ως εκτελεστές της μίας και της αυτής διαθήκης, που γίνεται αποδεκτή άκριτα και με όλα της τα βάρη, χωρίς το «ευεργέτημα της απογραφής».

Από παντού βλέπουμε να συνεχίζεται τυφλά η ίδια άνευ ορίων διαδικασία παραγωγικής αύξησης και τεχνολογικής ανάπτυξης, την οποία κατήγγελλε ο Γκρανέλ, μέσα στην οποία η ανθρώπινη ζωή, ευτελισμένη στη βιολογική της βάση, φαίνεται να παραιτείται από κάθε άλλη έμπνευση για να παραδοθεί στη γυμνή ζωή και δείχνει έτοιμη να θυσιάσει χωρίς επιφυλάξεις, όπως είδαμε τα τελευταία τρία χρόνια, την ίδια της την πολιτική ύπαρξη. Με τη διαφορά, ίσως, ότι τα σημάδια της τύφλωσης, της απουσίας σκέψης και μιας πιθανής, επικείμενης αυτοκαταστροφής, που επικαλούνταν ο Γκρανέλ, έχουν πολλαπλασιασθεί ιλιγγιωδώς. Όλα συνηγορούν στο ότι εισερχόμαστε – τουλάχιστον στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες της Δύσης – στην έσχατη φάση μιας διαδικασίας, το τέλος της οποίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα, αλλά οι συνέπειές της, αν η συνείδηση των ορίων δεν αφυπνιστεί εκ νέου, θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές.

[Αναρτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2024 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]


Έσχατα, Δευτέρα Παρουσία, Εκκλησία

Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο έσχατο από το παρόν. Οι στιγμές αυτές  είναι τα πραγματικά έσχατα και αν η Εκκλησία επαγγέλλεται κάποια...