Η λέξη «τουρίστας» εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιταλική γλώσσα το 1837 (ενώ η λέξη «τουρισμός» μόλις το 1907). Η ετυμολογία της είναι σαφής: το tour (το grand tour) είναι το μορφωτικό ταξίδι που πραγματοποιούν από τον 18ο αιώνα οι Ευρωπαίοι αριστοκράτες και διανοούμενοι, κυρίως στην Ιταλία, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της τέχνης, τους τρόπους ζωής και τον πολιτισμό της. Όπως συμβαίνει συχνά, αυτό που αρχικά αποτελούσε προνόμιο μιας ελίτ μετατράπηκε, με την πάροδο του χρόνου, σε μαζικό φαινόμενο.
Αξιοσημείωτο είναι ότι πρόδρομός του υπήρξαν ασφαλώς τα προσκυνηματικά ταξίδια, που
οι πιστοί επιχειρούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τους ιερούς τόπους της
θρησκείας τους. Και οι τουρίστες, όπως και οι προσκυνητές, είναι peregrini,
δηλαδή, σύμφωνα με τη σημασία της λατινικής λέξης, ξένοι πάνω στη γη. Ο
τουρισμός αποτελεί το σημάδι μιας κοσμοϊστορικής μεταβολής στη σχέση των
ανθρώπων με τη γη που κατοικούν: όπου κι αν βρίσκονται, είναι ξένοι και
αλλότριοι (extranei), απ’ έξω και εκτός (extra), πρωτίστως μέσα στην ίδια την
πόλη όπου ζουν. Θυμάμαι πολύ καλά την έκπληξη που ένιωσα όταν, πριν από πολλά
χρόνια, ζώντας στη Βενετία, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να
διακρίνει κανείς τους Βενετούς από τους τουρίστες.
Ωστόσο, δεν έχει αλλάξει μόνο η σχέση των
κατοίκων με την πόλη τους· έχει αλλάξει συγχρόνως και η ίδια η πόλη. Οι
άνθρωποι έγιναν τουρίστες, δηλαδή ξένοι, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που τόπος
ξενιτείας και περιπλάνησης είναι πλέον η γη που κατοικούν — ή, μάλλον,
κατοικούσαν άλλοτε.
Αν διαβάσει κανείς, όπως μου έτυχε αυτές τις
ημέρες, την εξαίσια περιγραφή που κάνει ο Joseph Roth για τη Μασσαλία το
φθινόπωρο του 1925, με τα πυκνά και γεμάτα περιπέτεια σοκάκια της, όπου σε μια έκταση λίγων μόλις χιλιομέτρων
συνωστίζονταν ζωντανές όλες οι εποχές της ιστορίας και κανείς δεν ήταν ξένος,
δύσκολα μπορεί να αποφύγει την πικρή και αδυσώπητη διαπίστωση ότι οι πόλεις δεν
υπάρχουν πλέον σήμερα. Ο τουρισμός μπόρεσε να τις καταστρέψει, επειδή είχαν ήδη
πάψει να είναι ζωντανές.
Ο υπερτουρισμός δεν προέρχεται έξωθεν· άρχισε
μέσα μας, μέσα στις ίδιες τις συνοικίες και τις γειτονιές που μας ήταν οικείες
και τις οποίες δεν είμαστε πλέον ικανοί να κατοικήσουμε. Το «abitare» (κατοικείν)
αποτελεί την επιτατική μορφή του ρήματος «habeo» (έχω) και σημαίνει έναν
ορισμένο τρόπο να διαμένει και να ζει κανείς, να έχει το ενδιαίτημα, τα
ενδύματα και τις συνήθειές του. Και αν το ελληνικό ήθος δηλώνει τη
συνήθη κατοικία, τότε το κατοικείν αποτελεί την πρωταρχική μορφή της ηθικής. Το
γεγονός ότι γίναμε τουρίστες, ότι απωλέσαμε την ικανότητα να κατοικούμε, ότι
είμαστε παντού ξένοι και παρεπίδημοι, μας υποχρεώνει να ξανασκεφθούμε από την
αρχή μια δυνατή ηθική, να επανεφεύρουμε εκ βάθρων την ικανότητα του
κατοικείν. Έργο ασφαλώς όχι εύκολο, το οποίο όμως ίσως μας προσφέρει τη
μοναδική οδό για να εξέλθουμε από τον τουρισμό και να καταστήσουμε εκ νέου
κατοικήσιμη τη γη μας και τις πόλεις μας.
[Αναρτήθηκε
την 1η Ιουλίου
2026 στην ιστοσελίδα του
εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]