Ποιοι είναι οι δίκαιοι; Τι σημαίνει να είναι κανείς δίκαιος; Ασφαλώς δεν πρόκειται για ποιότητα ενός υποκειμένου ούτε για ιδιότητα που αποδίδεται σ’ αυτόν ή εκείνον τον άνδρα, σ’ αυτήν ή εκείνη τη γυναίκα. Η δικαιοσύνη –έχει γράψει ο Μπένγιαμιν– είναι μια κατάσταση του κόσμου, είναι μια διάσταση του είναι και όχι της βούλησης ή της πρόθεσης. Δίκαια είναι τα πράγματα, έλεγε ο Σπινόζα, όταν τα βλέπεις όχι μέσα σε έναν ορισμένο χρόνο ή σε έναν ορισμένο τόπο, αλλά όταν τα βλέπεις μέσα στον Θεό. Γι’ αυτό η δικαιοσύνη είναι κάτι που δεν μπορείς ποτέ να έχεις, αλλά μόνο να ενατενίζεις. Κι όμως, όταν βλέπεις τα πράγματα όπως είναι μέσα στον Θεό, το να είναι άνθος εκείνου του άνθους, το να είναι χαμόγελο εκείνου του χαμόγελου, το να είναι αθώος –εκείνος ο αθώος–, τότε αισθάνεσαι μιαν αξίωση, την οποία δεν μπορείς να παραβλέψεις, μιαν αξίωση που ούτε σου ζητεί ούτε σου επιτάσσει τίποτε, αλλά ενεργεί μέσα σου πέρα από κάθε βούληση ή πρόθεση· καθώς έτσι είναι, και δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια κάποιας κοπέλας
που ανήκε σε οργάνωση της αντίστασης σε μια χώρα υπό ναζιστική κατοχή. Είχε
συλληφθεί και βασανιστεί και δεν είχε μιλήσει. Όταν απελευθερώθηκε, οι
σύντροφοί της ήθελαν να την τιμήσουν πανηγυρικά ως ηρωίδα· της έλεγαν ότι, αν
είχε κατορθώσει να αντέξει τα βασανιστήρια, αυτό οφειλόταν στη δύναμη των
πολιτικών της πεποιθήσεων, στην αφοσίωσή της στην υπόθεση και σε παρόμοιες
ανοησίες. Εκείνη όμως κουνούσε το κεφάλι και έλεγε μόνο: «Όχι, το έκανα γιατί
έτσι μου άρεσε, από καπρίτσιο». Είχε δει τη δικαιοσύνη, είχε αισθανθεί μιαν αξίωση
που την υπερέβαινε πανταχόθεν, αλλά δεν είχε σκεφτεί ούτε για μια στιγμή ότι
ήταν η ίδια δίκαιη, ότι η δικαιοσύνη μπορούσε να αποτελεί κτήμα της. Αν είχε
απλώς πιστέψει στη δίκαιη υπόθεση, αλλά δεν είχε δει τη δικαιοσύνη, θα είχε
λυγίσει στα βασανιστήρια, θα είχε μιλήσει.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση, οι
δίκαιοι, οι τσαντικίμ, είναι κρυμμένοι μέσα στον κόσμο, κρυμμένοι προπάντων από
τον ίδιο τους τον εαυτό. Και υπό το πρίσμα αυτό υπάρχει κάτι το παράδοξο στο να
θέλει κανείς να ανταμείψει τους δικαίους, σαν να επρόκειτο για την άλλη όψη
εκείνης της δικαιοσύνης που συνίσταται στην τιμωρία των ενόχων. Όπως η ποινή
δεν μπορεί ποτέ να προέρχεται από τη δικαιοσύνη, αλλά μόνο από το δίκαιο, έτσι
ούτε η ανταμοιβή ούτε η αναγνώριση ανήκουν στη δικαιοσύνη. Ο δίκαιος που
αναγνωρίζεται και ανταμείβεται, ο τσαντίκ που δεν είναι πλέον κρυμμένος, δεν
είναι πλέον δίκαιος.
Το μυστήριο του δικαίου, δηλαδή το μυστήριο
της ενοχής και της ποινής, δεν πρέπει να συγχέεται με το μυστήριο της
δικαιοσύνης. Γι’ αυτό, ίσως, είναι σωστό να τιμωρούνται οι ένοχοι, δεν είναι
όμως εξίσου βέβαιο ότι οι δίκαιοι πρέπει να ανταμείβονται. Περιδιαβαίνουν τον
κόσμο χωρίς να αναγνωρίζονται έως της συντελείας του αιώνος και μόνο
έτσι, λέει ο θρύλος, σώζουν τον κόσμο.
[Αναρτήθηκε στις
3
Ιουλίου 2026 στην ιστοσελίδα του
εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]