Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Δώσε μας σήμερα το καθημερινό μας τίποτα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία τον Οκτώβριο του 1844 από τον εκδότη Wigand κάνει την εμφάνισή του ένας τύπος ανθρώπου έως τότε εντελώς άγνωστος, που στους συγκαιρινούς του φάνηκε απαράδεκτος και πρωτάκουστος, αλλά που στο μεταξύ μάς έχει γίνει απολύτως οικείος: ο άνθρωπος ο οποίος, όπως διαβάζουμε στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα, «έχει στηρίξει την υπόθεσή του στο τίποτα», δηλαδή ένα ον στο οποίο η διάλυση κάθε πίστης και κάθε αξίας έχει φτάσει στην ακραία της μορφή, ασφαλώς ο πρώτος και αξεπέραστος μηδενιστής, υπό τον όρο όμως να διευκρινίσουμε ότι ο μηδενισμός για τον οποίο γίνεται εδώ λόγος έχει γίνει σήμερα η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας. Το βιβλίο έχει τίτλο Ο Μοναδικός και η ιδιοκτησία του και συγγραφέας του είναι ο Μαξ Στίρνερ.

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο περιοδικό «Ο Ρώσος Αγγελιαφόρος», ο Τουργκένιεφ δημοσιεύει το μυθιστόρημα στο οποίο ο τύπος του μηδενιστή (η λέξη κάνει εδώ την εμφάνισή της), που ενσαρκώνεται στον πρωταγωνιστή Μπαζάροφ, ορίζεται ως εξής: «Μηδενιστής είναι ένας άνθρωπος που δεν υποκλίνεται μπροστά σε καμία αυθεντία, που δεν έχει πεποίθηση σε καμία αρχή, όσος σεβασμός κι αν περιβάλλει αυτή την αρχή».

Στους Δαιμονισμένους, που κυκλοφορούν σε τόμο το 1873, ο Ντοστογιέφσκι αποφασίζει να αναμετρηθεί με το –σημαδιακό της εποχής– πρόβλημα του μηδενισμού, ιδίως μέσα από τη μορφή του Κυρίλοβ. Από τη μηδενιστική άρνηση της ύπαρξης του Θεού ο Κυρίλοβ συνάγει μια ριζική συνέπεια, η οποία απολυτοποιεί και συγκλονίζει συνάμα το ίδιο του το εγώ. «Αν δεν υπάρχει Θεός – δηλώνει – εγώ είμαι Θεός. […] Αν υπάρχει Θεός, όλη η θέληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τη θέλησή του. Αν δεν υπάρχει, όλη η θέληση είναι δική μου και είμαι αναγκασμένος να επιβεβαιώσω την ελεύθερη βούλησή μου… Είμαι υποχρεωμένος να αυτοπυροβοληθώ, γιατί η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να σκοτώσω τον εαυτό μου… Για μένα δεν υπάρχει υψηλότερη ιδέα από την ιδέα ότι ο Θεός δεν υπάρχει… ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επινοήσει τον Θεό για να ζει χωρίς να αυτοκτονεί, και αυτό είναι το νόημα ολόκληρης της ιστορίας του κόσμου μέχρι σήμερα. Εγώ μόνος, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δεν θέλησα να επινοήσω τον Θεό».

Στοχαζόμενος πάνω σε αυτές τις σελίδες, ο Νίτσε σκέφτεται τον θάνατο του Θεού ως το θεμελιώδες γεγονός της νεωτερικότητας: «Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός –ότι “ο Θεός είναι νεκρός”, ότι η πίστη στον χριστιανικό Θεό δεν γίνεται πλέον αποδεκτή– αρχίζει ήδη να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη. […] Αλλά, στην ουσία, μπορεί να λεχθεί ότι το ίδιο το γεγονός είναι υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά μακρινό, υπερβολικά ξένο προς την ικανότητα κατανόησης των πολλών, ώστε να είναι δυνατό να ισχυριστεί κανείς ότι έχει ήδη φτάσει έστω και η είδησή του».

Τόσο για τον Νίτσε όσο και για τον Ντοστογιέφσκι, ο θάνατος του Θεού και η έλευση του μηδενισμού σήμαιναν κάτι τόσο τρομερό, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να το αποδεχθούν χωρίς να θέσουν υπό αμφισβήτηση, εκ βάθρων, την ίδια τους την ύπαρξη. Για μία φορά, ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι δεν υπήρξαν καλοί προφήτες. Ο μηδενισμός έχει γίνει η κανονική κατάσταση της ανθρωπότητας, αλλά, σε αντίθεση με τον Κυρίλοβ, ο κοινός άνθρωπος φαίνεται σήμερα να συμβιώνει με τον θάνατο του Θεού και τον μηδενισμό χωρίς να υποφέρει ούτε να σκοτίζεται γι’ αυτό, κυριολεκτικά σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Με αυτόν τον επίπεδο και αδιάφορο μηδενισμό έχουμε να κάνουμε· γι’ αυτό το κανονικό και καθημερινό τίποτα οφείλουμε να δώσουμε λόγο. Και αν, όπως υπαινισσόταν ο ίδιος ο Νίτσε, ο ολοκληρωμένος μηδενισμός, όταν συλληφθεί ως τέτοιος, αποτελεί τη μεγάλη ευκαιρία της ανθρωπότητας να εξέλθει από το ολέθριο πεπρωμένο της, αν δηλαδή, όπως σκεφτόταν ο Μπένγιαμιν, ο μηδενισμός μπορεί να γίνει η μέθοδος μιας νέας πολιτικής, τότε το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας είναι: «γιατί δεν αξιοποιήθηκε αυτή η ευκαιρία, τι μας εμπόδισε να στηρίξουμε πραγματικά την υπόθεσή μας στο τίποτα και, αντί να το κάνουμε κανονική μας κατάσταση, να βρούμε μέσα σε αυτό μια διέξοδο από τις τύχες της Δύσης;».

[Αναρτήθηκε στις 27 Αυγούστου 2026 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce).]

 

 

Γνώση και γνωσιμότητα – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Πάλι και πάλι πρέπει να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την πρωτοκαθεδρία της γνώσης στον πολιτισμό μας, να αναρωτιόμαστε αν όντως, σύμφωνα με τα λό...